Παραμένει σταθερά στρατηγικός κακοπληρωτής το Ελληνικό Δημόσιο!
Ληξιπρόθεσμα χρέη του Δημοσίου: Ξανά πάνω από 3 δισ. ευρώ και χωρίς ουσιαστική λύση στον ορίζοντα
Τα ληξιπρόθεσμα χρέη του Δημοσίου προς ιδιώτες έχουν ξεπεράσει τα 3 δισ. ευρώ, επαναφέροντας στο προσκήνιο ένα από τα πιο επίμονα προβλήματα της ελληνικής οικονομίας. Παρά τις δεσμεύσεις της τελευταίας δεκαετίας για δραστική μείωση των οφειλών, η συσσώρευση νέων χρεών στερεί πολύτιμη ρευστότητα από την αγορά και επιβαρύνει ιδιαίτερα τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις.
Με εγκύκλιο για την εκτέλεση του προϋπολογισμού του 2026, το υπουργείο Οικονομικών ζητά από νοσοκομεία, ΟΤΑ και ασφαλιστικούς οργανισμούς να επιταχύνουν τις πληρωμές τους, ενώ προαναγγέλλει αυστηρότερη εποπτεία και δημοσιοποίηση στοιχείων για τους φορείς που καθυστερούν. Ωστόσο, η αγορά αντιμετωπίζει τις εξαγγελίες με σκεπτικισμό, καθώς αντίστοιχες προσπάθειες στο παρελθόν δεν απέτρεψαν τη δημιουργία νέων «φεσιών».
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο δημοσιονομικό. Οι καθυστερήσεις πληρωμών δημιουργούν ασφυκτικές συνθήκες για χιλιάδες επιχειρήσεις που ουσιαστικά χρηματοδοτούν το Δημόσιο, ενώ ταυτόχρονα αντιμετωπίζουν υψηλό κόστος δανεισμού και περιορισμένη πρόσβαση σε χρηματοδότηση. Η έλλειψη ρευστότητας ενισχύει έναν φαύλο κύκλο καθυστερήσεων και αβεβαιότητας.
Κατά την περίοδο της μνημονιακής εποπτείας, η μείωση των ληξιπρόθεσμων ήταν βασικό προαπαιτούμενο, οδηγώντας σε αποκλιμάκωση κάτω από τα 2 δισ. ευρώ την περίοδο 2018–2022. Μετά το τέλος των μνημονίων, όμως, η πίεση χαλάρωσε και οι παλιές πρακτικές επανήλθαν.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι η κατάσταση στα δημόσια νοσοκομεία, όπου οι οφειλές ξεπερνούν τα 1,7 δισ. ευρώ. Οι καθυστερήσεις επηρεάζουν την εφοδιαστική αλυσίδα και έχουν ήδη οδηγήσει σε καταδίκες της χώρας από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο.
Η κυβέρνηση προωθεί ψηφιακά εργαλεία, όπως η ηλεκτρονική υποβολή τιμολογίων, και ειδικές επιτροπές για την ανάλυση των αιτιών των καθυστερήσεων. Ωστόσο, η αγορά εκτιμά ότι χωρίς σαφείς ευθύνες, ουσιαστικό έλεγχο και κυρώσεις, τα εργαλεία αυτά δεν αρκούν.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του Γενικού Λογιστηρίου, τον Οκτώβριο του 2025 τα ληξιπρόθεσμα χρέη ανήλθαν σε 3,1 δισ. ευρώ, με νοσοκομεία, ασφαλιστικούς οργανισμούς, ΕΟΠΥΥ και ΟΤΑ να πρωταγωνιστούν. Παρά τις εμπροσθοβαρείς χρηματοδοτήσεις και τις προκαταβολές επιχορηγήσεων, τα μέτρα λειτουργούν περισσότερο ως προσωρινές λύσεις.
Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα υπάρξουν ουσιαστικές παρεμβάσεις που θα ανακόψουν τον φαύλο κύκλο των καθυστερήσεων ή αν τα κρατικά χρέη προς ιδιώτες θα συνεχίσουν να αυξάνονται, διατηρώντας το Δημόσιο ως μόνιμη πηγή πίεσης για την αγορά και την επιχειρηματικότητα.