Παρα­γραφή μετά τα 20 έτη του δικαι­ώ­μα­τος απο­ζη­μίω­σης από τα καρ­τέλ

Παρα­γραφή μετά τα 20 έτη του δικαι­ώ­μα­τος απο­ζη­μίω­σης από τα καρ­τέλ
61 / 100 SEO Score

Πρόσθετη δικλίδα ασφα­λείας για την απο­τροπή πρα­κτι­κών καρ­τέλ στην ελλη­νική αγορά απο­τε­λεί η πρόσφατη απόφαση της ολο­μέλειας του Αρείου Πάγου σχε­τικά με την υπόθεση του καρ­τέλ γάλα­κτος που λει­τούρ­γησε σε βάρος παρα­γω­γών και επι­χει­ρήσεων από το 2001 έως και το 2007.

Παρότι έχουν περάσει 19 χρόνια από την κατα­δι­κα­στική απόφαση της Επι­τρο­πής Αντα­γω­νι­σμού, η οποία είχε επι­βάλει πρόστιμα συνο­λι­κού ύψους περίπου 48 εκατ. ευρώ στις εμπλε­κόμε­νες γαλα­κτο­βιο­μη­χα­νίες, η υπόθεση παρα­μένει όχι απλώς ενεργή, αλλά μπο­ρεί να απο­τε­λέσει και στα­θμό στη διε­κδίκηση απο­ζη­μίω­σης από επι­χει­ρήσεις που έχουν ζημι­ω­θεί από πρα­κτι­κές καρ­τέλ. Ειδι­κότερα, με την απόφαση 1/2026 η Ολο­μέλεια του Αρείου Πάγου, η οποία επα­νε­ξέτασε κρίσιμα ζητήματα σχε­τικά με τις αξι­ώ­σεις απο­ζη­μίω­σης και αδι­καιο­λόγη­του πλου­τι­σμού που γεν­νώ­νται από παρα­βάσεις του δικαίου αντα­γω­νι­σμού, επε­κτείνει το χρο­νικό διάστημα άσκη­σης αξίω­σης απο­ζη­μίω­σης από τα πέντε έτη στα 20 έτη.

Πιο συγκε­κρι­μένα, η απόφαση ανοίγει τον δρόμο ώστε ο χρόνος διε­κδίκη­σης απο­ζη­μίω­σης να μην περιο­ρίζε­ται στα πέντε έτη από την τέλεση και τη δια­πίστωση της «αδι­κο­πρα­ξίας», όπως προ­βλέπει γενικά ο Αστι­κός Κώδι­κας, αλλά στα 20 έτη, καθώς στην υπόθεση αυτή υιο­θε­τεί την έννοια του «αδι­καιο­λόγη­του πλου­τι­σμού», παράβαση που, πάλι σύμ­φωνα με τον Αστικό Κώδικα, παρα­γράφε­ται στην εικο­σα­ε­τία.

Κατά 15 χρόνια

Παρότι η απόφαση αυτή δεν επη­ρε­άζει το νομικό πλαίσιο της Επι­τρο­πής Αντα­γω­νι­σμού, στε­λέχη της ανε­ξάρ­τη­της αρχής σημει­ώ­νουν στη «Ν» ότι πρόκει­ται για μια απόφαση-στα­θμό, καθώς η χρο­νική επέκταση των εκκρε­μο­τήτων απο­ζη­μίω­σης που έχουν οι επι­χει­ρήσεις που συμ­με­τέχουν σε καρ­τέλ επε­κτείνε­ται κατά 15 χρόνια. Τονίζουν, επίσης, ότι μια επι­χείρηση «θα το σκε­φτεί πολ­λές φορές» να συμ­με­τάσχει σε αντια­ντα­γω­νι­στική σύμπραξη όταν γνω­ρίζει εκ των προ­τέρων ότι η δυνα­τότητα διε­κδίκη­σης απο­ζη­μίω­σης από τα θύματα του καρ­τέλ θα είναι ενεργή για 20 έτη.

Η υπόθεση στον Α.Π.

Όπως ανα­φέρε­ται σε σχε­τική δημο­σίευση της Νομι­κής Βιβλιο­θήκης (nb.org), η υπόθεση που έφτασε μέχρι τον Άρειο Πάγο ξεκίνησε με αγωγή ομόρ­ρυ­θμης εται­ρείας γαλα­κτο­πα­ρα­γω­γής με έδρα το Σχη­μα­τάρι Βοι­ω­τίας,

η οποία στράφηκε κατά δύο γαλα­κτο­βιο­μη­χα­νιών που συμ­με­τείχαν στο καρ­τέλ.

Η ενάγουσα υπο­στήριξε ότι κατά το χρο­νικό διάστημα από τον Μάιο του 2001 έως και τις 30 Σεπτεμ­βρίου 2007 προ­μήθευε συστη­μα­τικά με νωπό γάλα τη βιο­μη­χα­νία, βάσει δια­δο­χι­κών συμ­βάσεων πώλη­σης. Σύμ­φωνα με τους ισχυ­ρι­σμούς της, η αντι­συμ­βαλ­λόμενη εται­ρεία

Όποιος οφείλει απο­ζη­μίωση από αδι­κο­πρα­ξία, έχει την υπο­χρέωση να απο­δώ­σει ό,τι περι­ήλθε σ’ αυτόν, ακόμη και αν η απαίτηση έχει παρα­γρα­φεί.
συμ­με­τείχε σε σύμπραξη επι­χει­ρήσεων που είχε ως στόχο τη συγκράτηση και συμπίεση των τιμών αγο­ράς γάλα­κτος από τους παρα­γω­γούς, καθώς και την κατα­νομή της αγο­ράς, με απο­τέλε­σμα τη νόθευση του ελεύθε­ρου αντα­γω­νι­σμού.

Η ενάγουσα υπο­στήριξε ότι η πρα­κτική αυτή είχε ως συνέπεια να λαμ­βάνει τίμημα σημα­ντικά χαμη­λότερο από εκείνο που θα είχε δια­μορ­φω­θεί σε συνθήκες πραγ­μα­τι­κού αντα­γω­νι­σμού. Με βάση τους υπο­λο­γι­σμούς της, η ζημία που υπέστη από τη δια­φορά μεταξύ του κατα­βλη­θέντος τιμήμα­τος και του τιμήμα­τος που θα έπρεπε να είχε κατα­βλη­θεί αν η τιμή του γάλα­κτος είχε καθο­ρι­στεί σε εύλογα επίπεδα, ανερ­χόταν στο ποσό των 190.000 ευρώ.

Σε πρώτο βαθμό, το Μονο­με­λές Πρω­το­δι­κείο Αθη­νών με την απόφαση 7207/2022 ανα­γνώ­ρισε την υπο­χρέωση της μίας εκ των δύο γαλα­κτο­βιο­μη­χα­νιών να κατα­βάλει στην ενάγουσα ποσό απο­ζη­μίω­σης 70.000 ευρώ, με βάση τις δια­τάξεις για τον αδι­καιο­λόγητο πλου­τι­σμό.

Κατά της απόφα­σης αυτής ασκήθηκε έφεση και από τις δύο πλευ­ρές, κατά την οποία το Εφε­τείο Αθη­νών, με την απόφαση 2364/2023, εξέτασε τη βάση του αδι­καιο­λόγη­του πλου­τι­σμού και έκρινε ότι για να εφαρ­μο­στεί το άρθρο 938 ΑΚ δεν αρκεί να απο­δει­κνύε­ται η ζημία του παθόντος, αλλά πρέπει να προ­κύπτει και συγκε­κρι­μένη ωφέλεια του αδι­κο­πρα­γήσα­ντος.

Κατά την κρίση του δικα­στη­ρίου, στην προ­κει­μένη περίπτωση δεν προ­έκυψε ότι οι ενα­γόμε­νες απέκτη­σαν κάποιο αυτο­τε­λές περιου­σιακό όφε­λος πέραν της ζημίας που ισχυ­ρι­ζόταν ότι υπέστη η ενάγουσα.

Tο εφε­τείο έκρινε ότι η επίκληση της δια­φο­ράς μεταξύ του τιμήμα­τος που κατα­βλήθηκε και εκείνου που, κατά τους ισχυ­ρι­σμούς της ενάγου­σας, θα έπρεπε να είχε κατα­βλη­θεί δεν συνι­στά «περιε­λθόν» κατά την έννοια του άρθρου 938 ΑΚ. Αντίθετα, πρόκει­ται ουσια­στικά για το αντι­κείμενο της απο­ζη­μίω­σης που θα μπο­ρούσε να ζητη­θεί λόγω της αδι­κο­πρα­ξίας.

Από τη στιγμή όμως που η αδι­κο­πρα­κτική αξίωση είχε ήδη παρα­γρα­φεί, η απαλ­λαγή των ενα­γο­μένων από την υπο­χρέωση κατα­βο­λής απο­ζη­μίω­σης δεν μπο­ρούσε να θεω­ρη­θεί επι­στρε­πτέος πλου­τι­σμός, καθώς η παρα­γραφή απο­τε­λεί νόμιμη αιτία δια­τήρη­σης της ωφέλειας.

Με βάση αυτή τη συλ­λο­γι­στική, το εφε­τείο έκανε δεκτές και τις δύο εφέσεις, αγνό­ησε την πρω­τόδικη απόφαση και δικάζο­ντας εκ νέου την υπόθεση απέρ­ριψε την αγωγή στο σύνολό της ως μη νόμιμη.

ΠΗΓΗ