Οταν αγριεύουν οι τράπεζες, τις μαντρώνουν να μην ξεσκίζουν τον κόσμο
Δεν είναι πρωτευόντως θέμα δικαστικό. Δευτερευόντως είναι, και μάλιστα διαδικαστικό. Πρωτευόντως είναι θέμα πολιτικό. Διότι είναι κοινωνικό. Χιλιάδες πολίτες έχουν ζητήσει με προσφυγές τους στα δικαστήρια να μαζέψουν οι τράπεζες και τα παρατραπεζικά θρασίμια τους την τοκογλυφία και να εφαρμόσουν κατά γράμμα και πνεύμα τον νόμο Κατσέλη για την προστασία της πρώτης κατοικίας. Αλλά η υπόθεση έχει κολλήσει.
Γράφει ο Γρηγόρης Ρουμπάνης, efsyn.gr
Σε πρώτο και δεύτερο βαθμό οι περισσότερες προσφυγές έχουν δικαιωθεί. Ενεργοποιήθηκε ωστόσο ο Αρειος Πάγος κατόπιν ενεργειών των ενδιαφερομένων «ευαγών ιδρυμάτων» και κοιλοπονάει εδώ και μήνες μια απόφαση που δεν λέει να βγάλει. Στην προηγούμενη σύνθεση του Ανώτατου Δικαστηρίου η τότε εισαγγελέας Γεωργία Αδειλίνη είχε εισηγηθεί την αποδοχή των νομικών επιχειρημάτων των δανειοληπτών. Η νέα σύνθεση όμως, λέει το ρεπορτάζ, το ξανασκέφτεται, επειδή οι τράπεζες και τα παραπαίδια τους τα funds (τα κοράκια που ξεσκίζουν ζωντανά τα θύματά τους) ισχυρίζονται ότι θα χάσουν 1 δισ. ευρώ.
Τι λέτε, βρε καλόπαιδα; Πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν; Πρωταθλητής Ευρώπης είναι στα υπερκέρδη το ελληνικό τραπεζικό σύστημα με 2,5 δισ. ευρώ μόνο το πρώτο εξάμηνο του 2025 παίζοντας με τα επιτόκια και άλλα ευχάριστα παιχνίδια. Κάθε χρόνο τα ίδια κι ενώ κατά τη διαδικασία των ανακεφαλαιοποιήσεών τους, κατά την κορύφωση της κρίσης, έφαγαν τον αγλέορα από τα κρατικά ταμεία. Και τώρα καμώνονται ότι απειλείται το είδος τους από ασιτία.

Από την άλλη τα funds έχουν πάρει τα «κόκκινα» δάνεια από τις τράπεζες στο ¼ και λιγότερο της ονομαστικής αξίας τους αλλά απαιτούν από τον δανειολήπτη το ποσό που εκείνα ορίζουν, αλλιώς βγάζουν το ακίνητό του στο σφυρί. Ετσι θέλουν, έτσι κάνουν, χωρίς κανόνες και χωρίς ουσιαστική εποπτεία από την Τράπεζα της Ελλάδας, όπως έχει καταγγείλει και η ίδια η Λούκα Κατσέλη, εισηγήτρια του νόμου 3869/2010 για την προστασία της κύριας κατοικίας. Περί τα 760.000 ακίνητα έχουν περάσει στα χέρια τους και ουδείς -εκτός των θυμάτων- ανησυχεί. Κερδίζουν τα χρηματιστήρια, κερδίζει ο τόπος. Ευτυχία.
Τις ξεστρατισμένες παρθένες παριστάνουν οι τράπεζες, ισχυριζόμενες ότι εξαπατήθηκαν από ύπουλους πολίτες που δρούσαν ως πολυπλόκαμη εγκληματική οργάνωση και δολίως τους απέσπασαν υψηλά ποσά με τη μορφή στεγαστικών δανείων. Οτι οι ίδιες -και με την παρότρυνση των τότε κυβερνήσεων- πιεστικά απευθύνονταν στο καταναλωτικό κοινό να του δώσουν χρήμα δεν το ομολογούν. «Πάρε κόσμε». Γονάτισε ο πολίτης από την περιπέτεια που ακολούθησε (κι έκτοτε δεν πέρασε) και τώρα θέλουν να του πάρουν και την ψυχή. Το σπίτι που μένει. Που από πολλούς ήδη το πήραν. Πόσες εξώσεις ακόμα θέλουν για να χορτάσουν;
Κι όμως η κυβέρνηση θα μπορούσε να έχει νομοθετήσει ήδη υπέρ των δανειοληπτών. Αμεσα και τα σκυλιά δεμένα. Οχι από φιλανθρωπία. Ούτε από υπερβολική αυστηρότητα κατά του ελληνικού τραπεζικού συστήματος. Που, εδώ που τα λέμε, τη χρειάζεται. Θα έπρεπε να το έχει κάνει σεβόμενη και το κράτος και τους φορολογούμενους πολίτες. Δώσαμε. Φτάνει.
Κι όμως καμώνεται ότι δεν μπορεί να παρέμβει, ενώ ο Α.Π. δείχνει να παίζει πέραν πάσης λογικής παιχνίδι καθυστερήσεων. Στην πιάτσα ωστόσο ακούγεται το άλλο: ότι με τόσα δανεικά κι αγύριστα που έχει εξασφαλίσει η Ν.Δ. του Κυρ. Μητσοτάκη (μαζί και οι υπουργοί της) από τις τράπεζες είναι αδύνατο να τις ενοχλήσει υπέρ των υπερχρεωμένων νοικοκυριών. Διότι κάποιοι πρέπει να πληρώνουν σ’ αυτόν τον τόπο.