Νομική αντιμετώπιση πλαστών έργων τέχνης

Νομική αντιμετώπιση πλαστών έργων τέχνης
60 / 100 SEO Score

Του Λέανδρου Ρακιντζή

Η σύλληψη πολύ γνωστού γκαλερίστα και η εναντίον του απαγγελία από τον εισαγγελέα κατηγορίας για τέσσερα κακουργήματα για πλαστογραφία πινάκων ζωγραφικής και για άλλα αδικήματα, που έγινε viral, μας δίνει την ευκαιρία να εξετάσομε τι συμβαίνει με τη πλαστογράφηση έργων τέχνης και τη νομική αντιμετώπιση της.

Ο γνωστός γκαλερίστας, που αναφέρεται με το όνομα του, και υπάλληλος του συνελήφθησαν, γιατί στη γκαλερί του και στις αποθήκες του βρέθηκαν 300 πίνακες ζωγραφικής εκ των οποίων μόνο οι 7 ήταν γνήσιοι, 5 αρχαίοι αμφορείς, δύο βυζαντινές εικόνες και ένα ευαγγέλιο του 1745, που δεν είχε δηλωθεί και για το οποίο η υπάλληλος του είχε εντολή να το κρύψει. Ο γκαλερίστας αρνείται τις κατηγορίες, ισχυριζόμενος ότι οι πίνακες αποτελούν οικογενειακό καταπίστευμα από τους γονείς του. Κατά πληροφορίες πολλοί αγοραστές πινάκων από τη γκαλερί του επικοινωνούν με τις αρχές, για να μάθουν αν τα έργα που έχουν αγοράσει είναι πλαστά, οπότε μπορεί να προκύψει νέος κύκλος κατηγοριών.

Πριν μερικούς μήνες, σύμφωνα με διθυραμβική ανακοίνωση της Αστυνομίας ότι εξάρθρωσε κύκλωμα πλαστών πινάκων: Λογιστής κατάγγειλε επιχειρηματία, ότι του απόσπασε με απάτη 300.000 ευρώ για την πώληση χρυσού, που αποδείχθηκε μη γνήσιος και στη συνέχεια για την εξόφληση της απαίτησης του πρόσφερε πλαστούς πίνακες μεγάλης αξίας διάσημων ζωγράφων, που βρίσκονται στη κατοχή επωνύμου δικηγόρου, του οποίου το όνομα δεν έγινε γνωστό. Σε αστυνομική έρευνα στο γραφείο του δικηγόρου βρέθηκαν 481 πίνακες ζωγραφικής, που σύμφωνα με πραγματογνωμοσύνη οι περισσότεροι είναι πλαστοί χωρίς να προσδιορίζεται η αξία τους. Επίσης βρέθηκαν 4 πιστόλια, ενώ κατείχε άδεια οπλοφορίας μόνο για ένα. Τα άτομα συνελήφθησαν, αλλά με ομοφωνία ανακριτή εισαγγελέα αφέθηκαν ελεύθεροι χωρίς περιοριστικούς όρους. Προφανώς έγινε δεκτός ο ισχυρισμός του δικηγόρου, ότι οι πίνακες του δόθηκαν προς φύλαξη. Δεν γνωρίζω, όμως αν τους απαγγέλθηκαν κατηγορίες και ποιες.

Προφανώς ή οι οικονομικές διαφορές, που συνιστούν το αδίκημα της απάτης διευθετήθηκαν ή δεν προσκομίστηκαν επαρκή αποδεικτικά στοιχεία για την ενοχή τους, ενώ για το αδίκημα της παράνομης οπλοφορίας δεν προβλέπεται προσωρινή κράτηση. Προκαλεί όμως απορία και ερωτήματα για τη φύλαξη των κατασχεμένων, πως ένα πιστόλι, που είχε κατασχεθεί στα Χανιά το 1992 βρέθηκε στα χέρια του δικηγόρου κατά τη δήλωση του ως “οικογενειακό κειμήλιο”, ισχυρισμός όμως, που δεν καθιστά νόμιμη την οπλοκατοχή.

Νομίζω, ότι η δικαιοσύνη σε τέτοιες περιπτώσεις πρέπει να δίνει κάποιες πληροφορίες για τις αποφάσεις της για να διασκεδάζει τις εντυπώσεις της κοινής γνώμης, ότι οι επώνυμοι τυγχάνουν διακριτικής δικαστικής μεταχείρισης.

Η πλαστογράφηση έργου τέχνης συνιστά αδίκημα, που προβλέπεται από το άρθρο 216 ΠΚ και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης μέχρι 10 ετών ανάλογα με το συνολικό όφελος ή τη συνολική ζημία, που αν υπερβαίνει τις 120.000 ευρώ θεωρείται κακούργημα. Με την ίδια ποινή τιμωρείται και όποιος εν γνώσει χρησιμοποιεί πλαστό έργο τέχνης. Τα πιστοποιητικά γνησιότητας έργου τέχνης, εφόσον αναγνωρίζουν πλαστό έργο τέχνης ως γνήσιο, συνιστούν πλαστογραφία εγγράφου με ποινή κατά τα παραπάνω ανάλογη του οφέλους ή της ζημίας. Η απλή κατοχή πλαστού έργου τέχνης ακόμα και εν γνώσει της πλαστότητας δεν συνιστά το αδίκημα της πλαστογραφίας, ενδεχόμενα όμως να συνιστά άλλο αδίκημα κατά περίπτωση.

Στο ερώτημα αν αποτελεί πλαστογραφία όταν κάποιος αντιγράφει άλλους πίνακες ζωγραφικής ή δημιουργεί πίνακες κατά μίμηση του τρόπου ζωγραφικής άλλου ζωγράφου (ecole) χωρίς όμως να αποδίδει τη πατρότητα του πίνακα σε άλλον ζωγράφο με την υπογραφή του άλλου ζωγράφου ή χωρίς αυτή, η απάντηση είναι ότι δεν αποτελεί πλαστογραφία, αλλά ενδεχόμενα άλλα αδικήματα, όπως κλοπή πνευματικής ιδιοκτησίας, οπότε ο πραγματικός δημιουργός ή οι κληρονόμοι του μπορούν να προσφύγουν δικαστικά. Η πλαστογραφία έργων τέχνης αποτελεί αδίκημα, που διώκεται αυτεπάγγελτα και τα πλαστά έργα τέχνης αποτελούν προϊόντα εγκλήματος και πρέπει να κατάσχονται ακόμα και αν το αδίκημα έχει παραγραφεί, εκτός αν δεν θεωρούνται πλαστοί σύμφωνα με τα παραπάνω, οπότε αποδίδονται στον ιδιοκτήμονα. Τη τύχη των πινάκων, που έχουν κατασχεθεί αποφασίζει το δικαστήριο με απόφαση ή δικαστικό βούλευμα.

*Αρεοπαγίτης ε.τ.