Μετέωρος και ο νέος δασμός Τραμπ;;
Ο νέος καθολικός δασμός 10% που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ στις εισαγωγές των ΗΠΑ τέθηκε ήδη σε εφαρμογή, όμως η νομιμότητά του παραμένει μετέωρη. Παρά το γεγονός ότι ο Αμερικανός πρόεδρος είχε απειλήσει με συντελεστή 15% μέσα σε μια έκρηξη θυμού, η τελική απόφαση περιορίστηκε στο 10% χωρίς καμία επίσημη εξήγηση. Η ασάφεια αυτή εντείνει τη σύγχυση γύρω από την εμπορική πολιτική της Ουάσινγκτον, ενώ πληθαίνουν οι φωνές που αμφισβητούν αν ο Λευκός Οίκος έχει πράγματι τη νομική βάση να ενεργοποιήσει τον συγκεκριμένο μηχανισμό.
Ο δασμός επιβλήθηκε με επίκληση του άρθρου 122 του Εμπορικού Νόμου του 1974, το οποίο επιτρέπει προσωρινούς δασμούς μόνο σε περίπτωση «σοβαρού ελλείμματος στο ισοζύγιο πληρωμών». Ωστόσο, οικονομολόγοι και πρώην αξιωματούχοι ξεκαθαρίζουν ότι τέτοια κρίση δεν υπάρχει. Το εμπορικό έλλειμμα των ΗΠΑ –που η κυβέρνηση Τραμπ υπολογίζει σε 1,2 τρισ. δολάρια– δεν ταυτίζεται με το ισοζύγιο πληρωμών, το οποίο παραμένει σταθερό χάρη στις τεράστιες εισροές ξένων κεφαλαίων σε αμερικανικά ομόλογα και μετοχές. Το πραγματικό έλλειμμα του ισοζυγίου πληρωμών ήταν μόλις 226 δισ. δολάρια το γ’ τρίμηνο του 2025, πολύ χαμηλότερο από τα επίπεδα που θα δικαιολογούσαν έκτακτα μέτρα.
Η Γκίτα Γκόπιναθ, πρώην αναπληρώτρια διευθύντρια του ΔΝΤ, υπογράμμισε ότι οι ΗΠΑ δεν αντιμετωπίζουν καμία κρίση πρόσβασης στις διεθνείς αγορές, ενώ απέρριψε ως παραπλανητικό τον ισχυρισμό ότι η πρόσφατη μεταβολή στο πρωτογενές εισόδημα συνιστά «σοβαρό πρόβλημα». Αντίστοιχα, ο Μαρκ Σόμπελ, πρώην αξιωματούχος του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών, σημείωσε ότι οι κρίσεις ισοζυγίου πληρωμών αφορούν κυρίως χώρες με σταθερές ισοτιμίες και αδύναμα νομίσματα – όχι τις ΗΠΑ, όπου το δολάριο παραμένει ισχυρό και οι αγορές σταθερές.
Οι ειδικοί επισημαίνουν ότι ο Τραμπ συγχέει σκόπιμα το εμπορικό έλλειμμα με το ισοζύγιο πληρωμών, προκειμένου να δικαιολογήσει μια πολιτική που δεν στηρίζεται σε πραγματικά δεδομένα. Ο Τζος Λίπσκι του Atlantic Council υπενθυμίζει ότι κρίση ισοζυγίου πληρωμών σημαίνει αδυναμία μιας χώρας να πληρώσει τις εισαγωγές της ή να εξυπηρετήσει το εξωτερικό της χρέος – κάτι που δεν ισχύει ούτε κατ’ ελάχιστο για τις ΗΠΑ.