Λαγκάρντ: «Πρέπει να σκοτώσω τον πληθωρισμό»
Η πρόεδρος της ΕΚΤ προειδοποιεί για διάχυση των ανατιμήσεων, αφήνει ανοιχτό νέο γύρο αυξήσεων επιτοκίων και σχολιάζει τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ
Η Κριστίν Λαγκάρντ κρούει νέο καμπανάκι για την πορεία του πληθωρισμού στην Ευρωζώνη, τονίζοντας ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας αρχίζουν να περνούν σε όλο και περισσότερους τομείς της οικονομίας . Σε συνέντευξή της στο France Culture, η πρόεδρος της ΕΚΤ σημείωσε ότι οι έμμεσες επιπτώσεις των ανατιμήσεων είναι πλέον ορατές «σχεδόν παντού», γεγονός που ενισχύει την ανάγκη για αποφασιστική δράση από τη νομισματική πολιτική.
Η ΕΚΤ προχώρησε την προηγούμενη εβδομάδα στην πρώτη αύξηση επιτοκίων από το 2023, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τις πληθωριστικές πιέσεις που εντάθηκαν μετά την κρίση στη Μέση Ανατολή. Οι αξιωματούχοι δεν αποκλείουν δεύτερη αύξηση ακόμη και τον Ιούλιο, με τον επικεφαλής της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, να εκτιμά ότι οι τιμές θα παραμείνουν υψηλές για μεγαλύτερο διάστημα, ακόμη κι αν ο πόλεμος στο Ιράν τερματιστεί σύντομα .
Απαντώντας στις επικρίσεις ότι οι αυξήσεις επιτοκίων μπορεί να πλήξουν την ανάπτυξη, η Λαγκάρντ ήταν ξεκάθαρη: «Πρέπει να σκοτώσω τον πληθωρισμό αν ξυπνήσει», είπε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι μια κατάσταση παρατεταμένων ανατιμήσεων θα ήταν πολύ πιο επιζήμια για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Όπως τόνισε, η αποστολή της ΕΚΤ είναι να διασφαλίσει σταθερές τιμές, κάτι που αποτελεί θεμέλιο για μια υγιή οικονομία.
Η πρόεδρος της ΕΚΤ σχολίασε και τις εξελίξεις στα Στενά του Ορμούζ, όπου ΗΠΑ και Ιράν ανακοίνωσαν προσωρινή συμφωνία για άνοιγμα και αποναρκοθέτηση του διαδρόμου. Η Λαγκάρντ χαρακτήρισε την εξέλιξη «καλή είδηση», εφόσον επιβεβαιωθεί, καθώς η ομαλοποίηση των διελεύσεων θα μπορούσε να ανακουφίσει τις αγορές ενέργειας και να περιορίσει τις ανατιμήσεις που επιβαρύνουν την ευρωπαϊκή οικονομία .
Η συζήτηση για τον πληθωρισμό παραμένει στο επίκεντρο, με την ΕΚΤ να προσπαθεί να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη σταθεροποίησης των τιμών και στην προστασία της οικονομικής δραστηριότητας. Οι επόμενες εβδομάδες θα είναι κρίσιμες, καθώς οι αγορές αναμένουν τα επόμενα βήματα της Τράπεζας και τις επιπτώσεις των γεωπολιτικών εξελίξεων στην ενέργεια.