Καταχρηστικότητα πλειστηριασμών: Οι πιο κρίσιμες αποφάσεις στο πληρέστερο νομολογιακό αφιέρωμα

Καταχρηστικότητα πλειστηριασμών: Οι πιο κρίσιμες αποφάσεις στο πληρέστερο νομολογιακό αφιέρωμα
75 / 100 SEO Score

Συγκεντρωμένες οι σημαντικότερες αποφάσεις της ελληνικής νομολογίας σχετικά με το πότε ένας πλειστηριασμός κρίνεται καταχρηστικός και πότε όχι.

Η καταχρηστικότητα των πλειστηριασμών αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα και αμφιλεγόμενα ζητήματα της σύγχρονης νομολογίας. Στη σύγκρουση μεταξύ του δικαιώματος των δανειστών να ικανοποιηθούν και της ανάγκης προστασίας των οφειλετών από υπέρμετρες ή άδικες πρακτικές, τα δικαστήρια έχουν κληθεί να χαράξουν λεπτές ισορροπίες. Το άρθρο 281 του Αστικού Κώδικα, που απαγορεύει την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος, έχει αποτελέσει το βασικό εργαλείο για τον έλεγχο της αναγκαστικής εκτέλεσης, ιδίως όταν αυτή υπερβαίνει τα όρια της καλής πίστης και του κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος.

Στο νομολογιακό αφιέρωμα που ακολουθεί, με την επιστημονική επιμέλεια της ομάδας περιεχομένου της Qualex και ειδικότερα των δικηγόρων Ελίνας Γκούτα και Ελίζας Μαλακάση, υπεύθυνων επεξεργασίας νομολογίας πολιτικών δικαστηρίων, και της δικηγόρου Σταυρούλας Φίκαρη, επικεφαλής περιεχομένου της Qualex, συγκεντρώσαμε τις σημαντικότερες αποφάσεις της ελληνικής νομολογίας σχετικά με το πότε ένας πλειστηριασμός κρίνεται καταχρηστικός και πότε όχι. Μέσα από τις αποφάσεις αυτές αναδεικνύεται ο πλούτος αλλά και η πολυφωνία της νομολογίας, που άλλοτε παρεμβαίνει προστατευτικά υπέρ του οφειλέτη και άλλοτε υπενθυμίζει ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί νόμιμο μέσο ικανοποίησης του δανειστή.

Δυσαναλογία μεταξύ αξίας ακινήτου και επισπευδόμενης απαίτησης

Ο δανειστής διαθέτει κατ’ αρχήν πλήρη ελευθερία να επιλέξει σε ποια περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη θα στραφεί, χωρίς να δεσμεύεται από κάποια ιεραρχία ή αναγκαστική σειρά. Η εξουσία αυτή αποτελεί τον βασικό πυλώνα της αναγκαστικής εκτέλεσης και εξασφαλίζει ότι ο δανειστής μπορεί να ικανοποιηθεί από οποιοδήποτε στοιχείο της περιουσίας του αντιδίκου του.

Ωστόσο, η ευχέρεια αυτή δεν είναι απεριόριστη. Όταν η επιλογή του μέσου εκτέλεσης υπερβαίνει προφανώς το αναγκαίο μέτρο και προκαλεί δυσανάλογη βλάβη στον οφειλέτη, τότε εισέρχεται σε πεδίο καταχρηστικότητας κατά το άρθρο 281 ΑΚ.

Η νομολογία έχει αναδείξει με συνέπεια ότι η κατάσχεση και εκπλειστηρίαση ακινήτου υπερβολικής αξίας για την ικανοποίηση μικρής απαίτησης δεν μπορεί να θεωρηθεί θεμιτή άσκηση του δικαιώματος. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η στάθμιση μεταξύ του δικαιώματος του δανειστή και της προστασίας του οφειλέτη οδηγεί τα δικαστήρια να θέτουν όρια στην ελευθερία επιλογής, προκειμένου να αποτραπεί η προφανής δυσαναλογία.

Η απόφαση ΕιρΒασιλικών 12/2022 είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα, όπου η οφειλή ανερχόταν σε 13.551,79 ευρώ, ενώ η εμπορική αξία του ακινήτου είχε εκτιμηθεί στις 234.000 ευρώ. Το δικαστήριο τόνισε την προφανή δυσαναλογία και έκρινε ότι η εκτέλεση υπερέβαινε τα ανεκτά όρια. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η ΜΠρΑθ 1393/2025, όπου κρίθηκε καταχρηστική η κατάσχεση διότι η αξία του ακινήτου που βγήκε στο σφυρί ήταν υπερβολικά υψηλή σε σχέση με την απαίτηση.

Η νομολογία, όμως, δεν περιορίζεται μόνο σε αυτά τα κραυγαλέα παραδείγματα, καθώς σειρά αποφάσεων φωτίζουν διαφορετικές πτυχές του ίδιου προβλήματος:

  • ΜΠρΙωαν 280/2025: Το δικαστήριο έκρινε ότι η εκτέλεση υπερέβαινε προφανώς το αναγκαίο μέτρο, επισημαίνοντας ότι η εμπορική αξία του κατασχεθέντος ακινήτου ήταν περισσότερο από τριπλάσια της οφειλής
  • ΜΠρΑθ (ΠΕ Ελευσίνας) 3003/2025: Η υπόθεση αφορούσε πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας αξίας 950.000 ευρώ. Το δικαστήριο έκρινε ότι η αναγκαστική εκτέλεση σε βάρος της κύριας στέγης του οφειλέτη για χρέος μόλις 15.527,23 ευρώ, όταν μάλιστα η απαίτηση μπορούσε να ικανοποιηθεί με ηπιότερα μέσα, παραβίαζε την αρχή της αναλογικότητας.
  • ΜΕφΑνατΚρητ 81/2023: Η απόφαση εισάγει μια ακόμη διάσταση: η υπόθεση αφορούσε την κατάσχεση «σπουδαίου και ιδιαίτερα μεγάλης αξίας» ακινήτου έναντι εξευτελιστικού τιμήματος. Το εφετείο έκρινε ότι η τράπεζα, αρνούμενη αδικαιολόγητα να δεχθεί άλλες λύσεις αποπληρωμής και επισπεύδοντας τον πλειστηριασμό, παραβίασε την αρχή της καλής πίστης.
  • ΜΕφΘεσ 523/2023: Εδώ, το δικαστήριο κινήθηκε στην αντίθετη κατεύθυνση. Έκρινε ότι δεν συντρέχει καταχρηστικότητα, καθώς το ακίνητο ήταν ήδη πολλαπλώς βεβαρημένο, γεγονός που μείωνε την πραγματική ζημία του οφειλέτη.
  • ΜΕφΑνατΚρητ 11/2023: Το κατασχεθέν ακίνητο αποτελούσε τη βασική πηγή εισοδήματος της οφειλέτριας. Το εφετείο έκρινε ότι η απώλειά του συνιστούσε παραβίαση της αρχής της αναλογικότητας.
  • ΜΕφΑθ 6412/2022: Ιδιαίτερη έμφαση δόθηκε στον τρόπο αποτίμησης της αξίας του ακινήτου. Το εφετείο έκρινε ότι η κρίση περί δυσαναλογίας πρέπει να στηρίζεται σε σαφή και αντικειμενικά κριτήρια εκτίμησης, ανοίγοντας έτσι τη συζήτηση για τη μεθοδολογία που πρέπει να ακολουθείται.
  • ΜΠρΠατρ 117/2022: Το δικαστήριο επεσήμανε ότι η απαίτηση του δανειστή μπορούσε να ικανοποιηθεί μέσω συμψηφισμού, άρα η επιλογή του πλειστηριασμού ήταν υπέρμετρα επαχθής για τον οφειλέτη και καταχρηστική.
  • ΜΕφΑιγαίου 110/2022: Χαρακτήρισε τον πλειστηριασμό «μέτρο εξαιρετικής σκληρότητας» και σημείωσε ότι θα προκαλούσε ανυπολόγιστη και μη αναστρέψιμη ζημία στον αιτούντα, ο οποίος επένδυσε τις αποταμιεύσεις μιας ζωής για το ακίνητο αυτό, δίχως να λάβει αυτά που του αναλογούν.
  • ΜΕφΑθ 4473/2022: Ο πλειστηριασμός κρίθηκε καταχρηστικός διότι στηριζόταν σε άκυρους, καταχρηστικούς όρους της σύμβασης πίστωσης (υπολογισμός τόκων με 360 αντί 365 ημέρες), οι οποίοι επιβάρυναν παράνομα τον καταναλωτή.
  • ΜΕφΘεσ 1032/2022: Εξέτασε την περίπτωση όπου ο δανειστής επιδίωξε μερική μόνο ικανοποίηση της απαίτησής του, μολονότι μπορούσε να στραφεί και κατά άλλων περιουσιακών στοιχείων.
  • ΜΠρΠειρ 436/2015: Μια από τις παλαιότερες αποφάσεις, όπου το δικαστήριο αποκάλυψε ότι στο συνολικό ποσό της απαίτησης είχαν ενσωματωθεί παράνομοι τόκοι και κεφαλαιοποιήσεις, γεγονός που καθιστούσε τον πλειστηριασμό ακόμη πιο προβληματικό.

Η παραπάνω παλέτα αποφάσεων δείχνει ότι η δυσαναλογία δεν είναι έννοια μονοσήμαντη. Άλλοτε αφορά το μαθηματικό χάσμα μεταξύ χρέους και αξίας, άλλοτε τη σημασία του ακινήτου, τον τρόπο αποτίμησης ή ακόμα και το εάν υπήρχαν εναλλακτικοί τρόποι ικανοποίησης του δανειστή. Παράλληλα, δεν λείπουν οι αντίθετες φωνές, με δικαστήρια που αρνούνται να δεχθούν την καταχρηστικότητα, ιδίως όταν η βλάβη του οφειλέτη δεν προκύπτει ως προφανής και ανεπανόρθωτη.

Απουσία οφέλους στο πρόσωπο του δανειστή

Η δεύτερη μεγάλη κατηγορία καταχρηστικότητας αφορά τους πλειστηριασμούς που, ακόμη κι αν προχωρήσουν, δεν αποφέρουν κανένα ουσιαστικό όφελος στον δανειστή. Τα δικαστήρια σε αρκετές περιπτώσεις έχουν κρίνει ότι η αναγκαστική εκτέλεση δεν μπορεί να γίνεται αυτοσκοπός, αλλά πρέπει να οδηγεί σε πραγματική ικανοποίηση.

dikigoros dikaiosini

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η ΜΕφΘεσ 57/2017, όπου οι επισπεύδοντες επιδίωξαν να ικανοποιήσουν ένα ελάχιστο υπόλοιπο της απαίτησής τους μετά από πενταετή αδράνεια. Το Εφετείο έκρινε ότι η επιλογή αυτή δημιούργησε στον οφειλέτη εύλογη πεποίθηση πως δεν θα συνεχιστεί η εκτέλεση και θεώρησε την επισπευδόμενη πράξη καταχρηστική. Στο ίδιο πνεύμα κινήθηκε και η ΜΕφΑθ 53/2023 (ασφ.), όπου το δικαστήριο σημείωσε ότι, λόγω του ύψους των βαρών που κάλυπταν πλήρως το ακίνητο, το πλειστηρίασμα δεν θα κατέληγε ποτέ στην επισπεύδουσα τράπεζα, οπότε δεν υπήρχε κανένα όφελος από τον πλειστηριασμό.

Στη συνέχεια, άλλες αποφάσεις εμπλούτισαν την έννοια της «απουσίας οφέλους» με επιπλέον στοιχεία:

  • ΜΕφΑιγαίου 110/2022: Το δικαστήριο μίλησε για «δυσαναλογία μέσου–σκοπού», επισημαίνοντας ότι το ακίνητο δεν προσελκύει κανένα ενδιαφέρον στον πλειστηριασμό, άρα η διαδικασία είναι κενή περιεχομένου.
  • ΜΠρΑθ 395/2025 (ασφ.): Ο πλειστηριασμός προκάλεσε δυσανάλογη επιβάρυνση στον οφειλέτη, χωρίς καμία αντιστοιχία με την εναπομείνασα οφειλή, με αποτέλεσμα να κριθεί καταχρηστικός.
  • ΜΠρΚορινθ 1/2020 (ειδ.): Ιδιαίτερη περίπτωση πλειστηριασμού σε 50% ξενοδοχειακής επιχείρησης, κομμάτι που δεν θα μπορούσε να προσελκύσει αγοραστές. Το δικαστήριο μίλησε για «εκμηδενισμό της αξίας» και θεώρησε άσκοπη τη διαδικασία.
  • ΜΕφΑθ 2134/2019: Επισπεύσθηκε πλειστηριασμός σε ακίνητο ήδη βεβαρημένο με προσημείωση άλλης τράπεζας, που κάλυπτε πλήρως την αξία του. Το δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρχε έννομο συμφέρον για την επισπεύδουσα, αφού δεν θα ικανοποιούνταν.
  • ΜΕφΑθ 1545/2019: Ο οφειλέτης είχε καταστεί ανάπηρος σε ποσοστό 85% μετά από εγκεφαλικό. Το εφετείο έκρινε ότι ο πλειστηριασμός σε εξαιρετικά χαμηλή τιμή θα οδηγούσε απλώς σε οικονομική εξόντωσή του, ενώ η προσωρινή μη ικανοποίηση της τράπεζας δεν θα της προκαλούσε ουσιαστική βλάβη.
  • ΜΠρΣπάρτης 345/2018: Ακυρώθηκε η κατάσχεση αγροτεμαχίων του εγγυητή, από τα οποία αντλούσε εισόδημα, καθώς ο πλειστηριασμός θα απέφερε στην τράπεζα μόνο μικρό μέρος της συνολικής απαίτησης.
  • ΜΕφΠειρ 628/2018: Το εφετείο ανέδειξε ως κρίσιμη τη μη επαρκή ικανοποίηση από τον πλειστηριασμό ενός μόνο εκ των ακινήτων και έθεσε όρια στην καταχρηστικότητα, συνδέοντάς την με την προστασία της κύριας κατοικίας και την ελαττωματικότητα της κατασχετήριας έκθεσης.

Διαπραγματεύσεις μεταξύ δανειστή και οφειλέτη

Η έννοια της καταχρηστικότητας δεν αφορά μόνο τις περιπτώσεις όπου υπάρχει προφανής δυσαναλογία ή απουσία οφέλους, αλλά και τη συμπεριφορά του δανειστή κατά τη διάρκεια των διαπραγματεύσεων. Η ελληνική νομολογία έχει κρίνει ότι, όταν ο οφειλέτης επιδεικνύει διάθεση συνεργασίας και συμμετέχει σε διαδικασίες εξωδικαστικής ρύθμισης, ο δανειστής δεν μπορεί ταυτόχρονα να επισπεύδει πλειστηριασμό, ιδίως σε περιουσιακά στοιχεία κρίσιμα για την επιβίωσή του (π.χ. πρώτη κατοικία ή επαγγελματική εγκατάσταση).

Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα δικαστήρια αναγνωρίζουν ότι η τράπεζα ή η επισπεύδουσα εταιρεία έχει το δικαίωμα να προστατεύσει τα συμφέροντά της. Ωστόσο, η άσκηση του δικαιώματος αυτού θεωρείται καταχρηστική όταν παραγνωρίζει το γεγονός ότι βρίσκονται σε εξέλιξη διαπραγματεύσεις που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε ουσιαστική και δίκαιη ρύθμιση.

Στην ΜΕφΑιγαίου 51/2023 (ασφαλιστικά μέτρα), οι οφειλέτες είχαν προτείνει συνολική αναδιάρθρωση του χρέους, ωστόσο η επισπεύδουσα κινήθηκε σε βάρος ακινήτου με βιομηχανική εγκατάσταση. Το Εφετείο στάθμισε ότι μια τέτοια ενέργεια οδηγούσε σε κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημίας και έκρινε την εκτέλεση καταχρηστική. Παρόμοια σκέψη αναπτύχθηκε στη ΜΠρΑθ 2678/2024 (ειδική διαδικασία), όπου οι οφειλέτες είχαν ήδη υποβάλει αίτηση υπαγωγής στον εξωδικαστικό μηχανισμό του Ν. 4738/2020 και είχαν δηλώσει ρητώς την πρόθεσή τους να διαπραγματευθούν. Παρά ταύτα, η τράπεζα προχώρησε σε πλειστηριασμό, γεγονός που θεωρήθηκε αδικαιολόγητη παράκαμψη της διαδικασίας.

Ανάλογο ήταν το σκεπτικό και της ΜΠρΛαμίας 554/2023 (ασφ.), όπου ο οφειλέτης χαρακτηρίστηκε «ευάλωτος», με γνωστοποιημένη οικονομική κατάσταση και υπαρκτή προοπτική εξωδικαστικής ρύθμισης. Παρά τα δεδομένα αυτά, η επισπεύδουσα στράφηκε κατά της πρώτης κατοικίας του, με αποτέλεσμα το δικαστήριο να παρέμβει υπέρ του οφειλέτη.

Δεν έλειψαν όμως και οι αντίθετες κρίσεις. Στη ΜΕφΘρακ 257/2022, το Εφετείο έκρινε ότι η επιλογή της τράπεζας να μην αποδεχθεί τον προταθέντα συμβιβασμό και να επισπεύσει κατάσχεση δεν συνιστούσε μη ανεκτή ή κακόβουλη συμπεριφορά, αλλά αποτελούσε έκφανση του δικαιώματος διαχείρισης της απαίτησής της.

Τέλος, η ΜΕφΑθ 4326/2022 φώτισε τη διάσταση της αντιφατικότητας: Η τράπεζα είχε αρχικά κατευθύνει τη διαδικασία σε ρύθμιση, αλλά στη συνέχεια προχώρησε σε πλειστηριασμό της μοναδικής κύριας κατοικίας, παρά τη συνέπεια του οφειλέτη και τις γνωστές οικονομικές του δυσκολίες. Η στάση αυτή κρίθηκε καταχρηστική, καθώς αναιρούσε την εμπιστοσύνη που η ίδια είχε καλλιεργήσει.

Αντιφατική συμπεριφορά δανειστή

Ένας από τους πιο χαρακτηριστικούς λόγους για τους οποίους τα δικαστήρια έχουν κρίνει πλειστηριασμούς καταχρηστικούς είναι η αντιφατική στάση του ίδιου του δανειστή. Στο πλαίσιο της αναγκαστικής εκτέλεσης, ο δανειστής έχει πράγματι την ελευθερία να επιλέξει το αν και πότε θα επισπεύσει την εκτέλεση.

Ωστόσο, όταν η συμπεριφορά του δημιουργεί στον οφειλέτη εύλογες προσδοκίες ότι δεν θα προβεί σε κατασχέσεις ή πλειστηριασμούς και στη συνέχεια αιφνιδίως μεταβάλει στάση, τα δικαστήρια θεωρούν ότι παραβιάζεται η αρχή της καλής πίστης.

Η αντιφατική συμπεριφορά μπορεί να εκδηλωθεί με διάφορους τρόπους: με μακροχρόνια ανοχή και καθυστερήσεις που καλλιεργούν την εντύπωση ότι η εκτέλεση έχει παγώσει, με προφορικές ή ακόμη και έγγραφες διαβεβαιώσεις ότι δεν θα γίνει πλειστηριασμός, ή με προηγούμενες ρυθμίσεις και συμφωνίες που ακυρώνονται αιφνιδίως από τον δανειστή. Σε αυτές τις περιπτώσεις, ο οφειλέτης υφίσταται δυσανάλογη βλάβη, αφού διαμορφώνει τη ζωή και τις οικονομικές του αποφάσεις στη βάση μιας «υποσχεθείσας» συμπεριφοράς, η οποία στη συνέχεια ανατρέπεται.

Σχετικές αποφάσεις είναι οι εξής:

  • ΜΕφΑθ 3602/2021: Το εφετείο έκρινε καταχρηστική την εκτέλεση, καθώς ο δανειστής είχε επιδείξει μακροχρόνια ανοχή, ματαιώνοντας 21 πλειστηριασμούς και διαβεβαιώνοντας προφορικά ότι δεν θα προχωρήσει. Η αιφνίδια αλλαγή στάσης κρίθηκε ασύμβατη με την καλή πίστη.
  • ΑΠ 2069/2007: Ο Άρειος Πάγος τόνισε ότι η επίσπευση πλειστηριασμού, ενώ είχε προηγηθεί ρύθμιση χρέους και το ακίνητο αποτελούσε τη μοναδική κατοικία του οφειλέτη, παραβίαζε την καλή πίστη και οδηγούσε σε καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος.
  • ΜΠρΑθ 1393/2025 (Ειδ.): Το πρωτοδικείο έκρινε αντιφατική τη συμπεριφορά της επισπεύδουσας, καθώς υπήρχε ήδη εμπράγματη εξασφάλιση σε άλλο ακίνητο, επαρκούς αξίας για την κάλυψη της απαίτησης. Η προσφυγή σε δεύτερο ακίνητο θεωρήθηκε αδικαιολόγητη.
  • ΜΕφΑθ 3659/2019: Το δικαστήριο μίλησε για μέτρα «εξαιρετικής σκληρότητας». Εξετάζοντας αξιώσεις για ψυχική οδύνη και τις κοινωνικές συνέπειες της κατάσχεσης, στάθηκε ιδιαίτερα στην προφορική διαβεβαίωση του δανειστή ότι δεν θα επισπεύσει και κατέληξε ότι η εκτέλεση υπερέβαινε τα όρια της αναλογικότητας.

Συνεργάσιμος οφειλέτης

Η νομολογία έχει δεχθεί ότι η καλή πίστη επιβάλλει να λαμβάνεται υπόψη και η στάση του ίδιου του οφειλέτη. Όταν ο οφειλέτης επιδεικνύει διάθεση συνεργασίας, καταβάλλει σημαντικό μέρος της οφειλής ή προτείνει λύσεις που οδηγούν σε ικανοποίηση του δανειστή, η επισπεύδουσα δεν μπορεί να αδιαφορεί και να κινείται μηχανικά σε πλειστηριασμό. Σε τέτοιες περιπτώσεις, η εκτέλεση κρίνεται καταχρηστική.

Η ΜΠρΑθ 395/2025 (ασφαλιστικά μέτρα) είναι χαρακτηριστική: Ο οφειλέτης είχε ήδη καταβάλει το 85% της συνολικής οφειλής, αποδεικνύοντας καλή πίστη και προσήλωση στις υποχρεώσεις του. Παρ’ όλα αυτά, η επισπεύδουσα τράπεζα επέλεξε να κινηθεί σε κατάσχεση. Το δικαστήριο θεώρησε ότι η ενέργεια αυτή αγνοούσε πλήρως την ουσιαστική εξόφληση και επιβάρυνε δυσανάλογα τον δανειολήπτη. Έτσι, έκρινε την κατάσχεση άκυρη ως καταχρηστική, ακόμη κι αν ο πλειστηριασμός δεν είχε ακόμη πραγματοποιηθεί.

dikaiosini

Αντίστοιχα, η ΜΕφΑιγαίου 110/2022 ασχολήθηκε με μια υπόθεση όπου ο οφειλέτης πρότεινε να αγοράσει το 75% του ακινήτου στην τιμή εκτίμησης. Η πρόταση αυτή θα οδηγούσε στην άμεση ικανοποίηση της τράπεζας και θα απέτρεπε τον πλειστηριασμό. Η άρνηση της επισπεύδουσας να δεχθεί την πρόταση, χωρίς επαρκή αιτιολογία, εκτιμήθηκε από το εφετείο ως αδικαιολόγητη και αντίθετη στην καλή πίστη. Το δικαστήριο τόνισε ότι σε τέτοιες περιπτώσεις η αναγκαστική εκτέλεση παύει να υπηρετεί τον σκοπό της δίκαιης ικανοποίησης και μετατρέπεται σε καταχρηστικό μέσο πίεσης εις βάρος του συνεργάσιμου οφειλέτη.

Νομοθετική αναστολή

Μια ξεχωριστή κατηγορία καταχρηστικότητας αφορά τις περιπτώσεις όπου ο πλειστηριασμός επισπεύδεται σε αντίθεση με ρητές νομοθετικές προβλέψεις για αναστολή των διαδικασιών. Όταν η εκτέλεση επιχειρείται παρά την ισχύ ειδικών διατάξεων που προστατεύουν προσωρινά τον οφειλέτη, τα δικαστήρια παρεμβαίνουν, θεωρώντας την ενέργεια του δανειστή καταχρηστική.

Στην ΑΠ 1208/2022, το κρίσιμο σημείο ήταν ότι ο επισπεύδων κινήθηκε εν μέσω διαστήματος υποχρεωτικής αναστολής πλειστηριασμών, ενώ η ΜΕφΘεσ 2950/2017 παραπέμπει ρητά στο άρθρο 40 του Ν. 3858/2010 και σε πράξη νομοθετικού περιεχομένου, αναδεικνύοντας ότι είχε θεσπιστεί αναστολή πλειστηριασμών για απαιτήσεις που δεν υπερβαίνουν τις 200.000,00 ευρώ.

Τέλος, η ΜΕφΘεσ 244/2023 συνδέει το ζήτημα της τιτλοποίησης με τον κίνδυνο απώλειας μοναδικής και κύριας κατοικίας. Η υπόθεση αναδεικνύει πως, υπό καθεστώς αναστολής, η επίσπευση πράξεων εκτέλεσης επί ευάλωτου περιουσιακού στοιχείου (η κύρια κατοικία) εγείρει εντονότερα την ανάγκη συμμόρφωσης στον σκοπό του προστατευτικού πλαισίου.

Μη καταχρηστικότητα του πλειστηριασμού

Η έννοια της καταχρηστικότητας δεν γίνεται πάντοτε δεκτή. Σε πολλές περιπτώσεις, τα δικαστήρια απορρίπτουν τις ανακοπές των οφειλετών, κρίνοντας ότι ο πλειστηριασμός αποτελεί θεμιτή άσκηση του δικαιώματος του δανειστή. Η απλή αδράνεια, η καθυστέρηση ή η ύπαρξη οικονομικής δυσχέρειας δεν αρκούν από μόνες τους για να στοιχειοθετήσουν καταχρηστικότητα, όταν δεν συνοδεύονται από πρόσθετα περιστατικά που να δείχνουν υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης.

Έτσι, στην ΤρΕφΑθ 400/2025 κρίθηκε ότι η πενταετής αδράνεια του δανειστή δεν συνιστούσε καταχρηστικότητα, αφού δεν συνοδευόταν από ειδικές διαβεβαιώσεις ή άλλες ενέργειες που θα δημιουργούσαν εύλογη πεποίθηση στον οφειλέτη. Αντίστοιχα, στη ΜΕφΠειρ 66/2019 απορρίφθηκε η ανακοπή, καθώς δεν αποδείχθηκε ύπαρξη νέας συμφωνίας περί αναστολής πλειστηριασμού, οπότε η τράπεζα είχε το δικαίωμα να επισπεύσει. Στη δε ΜΕφΑθ 500/2019, το εφετείο έκρινε ότι η μακροχρόνια καθυστέρηση και η παραβίαση ρυθμίσεων δικαιολογούσαν την εκτέλεση, χωρίς να στοιχειοθετείται καταχρηστική άσκηση δικαιώματος.

Πέραν των κλασικών αυτών υποθέσεων, η νομολογία εμπλουτίζεται με ειδικότερες αποφάσεις που δείχνουν τα όρια της μη καταχρηστικότητας:

  • ΜΠρΠειρ 99/2014 (Ασφ.): Η ανακοπή στηρίχθηκε σε «προφορική συμφωνία» για ματαίωση πλειστηριασμού. Το δικαστήριο έκρινε ότι, αφού δεν υπήρξε καμία καταβολή, δεν μπορούσε να δημιουργηθεί εύλογη πεποίθηση στον οφειλέτη. Επομένως, ο πλειστηριασμός δεν ήταν καταχρηστικός.
  • ΕλΣυν 1561/2023: Το Ελεγκτικό Συνέδριο τόνισε ότι η εκτέλεση ήταν ανάλογη με τον σκοπό της και αποσκοπούσε στην εύλογη ικανοποίηση του δανειστή. Επομένως, δεν παραβίαζε την καλή πίστη.
  • ΜΕφΚερκ 66/2022 (Ασφ.): Ο οφειλέτης επικαλέστηκε διαβεβαιώσεις, όμως δεν αποδείχθηκε ότι η επισπεύδουσα δημιούργησε τέτοια εύλογη εντύπωση. Το δικαστήριο θεώρησε νόμιμη την εκτέλεση.
  • ΜΕφΠειρ 589/2017: Η ύπαρξη διαφορετικών απαιτήσεων και αντίστοιχων κατασχέσεων δεν συνιστούσε καταχρηστική άσκηση και κάθε απαίτηση μπορούσε να διεκδικηθεί αυτοτελώς.
  • ΜΕφΑθ 223/2019: Παρά τις προσημειώσεις που εξασφάλιζαν τις απαιτήσεις, η τράπεζα είχε δικαίωμα να καταγγείλει τον αλληλόχρεο λογαριασμό και να επισπεύσει εκτέλεση. Το δικαστήριο δεν διαπίστωσε καταχρηστικότητα.
  • ΜΕφΘεσ 183/2019: Ο πλειστηριασμός της κύριας κατοικίας μετά από άκαρπη διαδικασία σε άλλο ακίνητο κρίθηκε θεμιτός, εφόσον η τράπεζα είχε ήδη εξαντλήσει ηπιότερα μέσα.
  • ΜΕφΘεσ 669/2023: Το γεγονός ότι εκκρεμούσε ανακοπή κατά της εκτέλεσης δεν εμπόδιζε τον πλειστηριασμό· η επίσπευση εν μέσω εκκρεμοδικίας δεν συνιστά καταχρηστικότητα.
  • ΜΕφΘρακ 273/2022 (Ασφ.): Οι ισχυρισμοί του οφειλέτη ότι είχε σχηματίσει την πεποίθηση πως δεν θα γινόταν πλειστηριασμός απορρίφθηκαν· το εφετείο έκρινε ότι δεν υπήρξε καμία διαβεβαίωση ή συμπεριφορά που να θεμελιώνει τέτοια εντύπωση.

Με τις αποφάσεις αυτές, η νομολογία υπενθυμίζει ότι η καταχρηστικότητα δεν είναι ένσταση με προδιαγεγραμμένη επιτυχία. Η απόδειξή της απαιτεί ειδικά και συγκεκριμένα περιστατικά, και η απλή προσφυγή στον πλειστηριασμό, στο πλαίσιο των δικαιωμάτων του δανειστή, δεν αρκεί για να χαρακτηριστεί καταχρηστική.

ΠΗΓΗ