Η τεχνητή νοημοσύνη «καταπίνει» ενέργεια και κεφάλαια…
Οι αυτοσχέδιες λύσεις, τα BYO data centers και η νέα χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική που φουσκώνουν τη φούσκα της AI
Η απληστία υπήρξε διαχρονικά κινητήριος δύναμη της καπιταλιστικής καινοτομίας, από τα υδροβόλα κανόνια του χρυσού πυρετού μέχρι τις πολύπλοκες μηχανές τιτλοποίησης της στεγαστικής φούσκας. Σήμερα, η ίδια λογική επανεμφανίζεται στην έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης, όπου δύο μεγάλα εμπόδια —η ενέργεια και η πίστωση— ωθούν την αγορά σε πρωτοφανείς αυτοσχεδιασμούς. Όπως επισημαίνει ο Economist, η ζήτηση για ηλεκτρική ισχύ έχει εκτοξευθεί, με το δίκτυο του Τέξας να δέχεται αιτήματα για 226 GW έως το 2030, σχεδόν εκατό φορές περισσότερα από όσα ενέκρινε το 2022. Η ανησυχία φτάνει μέχρι τον Λευκό Οίκο, με τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ να υπόσχεται ότι οι πολίτες δεν θα επωμιστούν το κόστος της ενεργειακής έκρηξης των έργων AI.
Καθώς η πρόσβαση στο δίκτυο γίνεται χρονοβόρα, οι τεχνολογικοί κολοσσοί στρέφονται σε λύσεις «bring‑your‑own» ενέργειας. Ο Ίλον Μασκ πρωτοστάτησε σε αυτή τη μετάβαση, εγκαθιστώντας το 2024 στο Τενεσί ένα σύμπλεγμα GPU που τροφοδοτήθηκε με αεριοστρόβιλους μεταφερόμενους με φορτηγά. Η πρακτική, που ξεκίνησε ως προσωρινή, εξελίσσεται σε μόνιμη, με εταιρείες όπως η Boom και η Wärtsilä να προμηθεύουν κινητήρες αεροπορικής και ναυτιλιακής τεχνολογίας για κέντρα δεδομένων. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι έως και το ένα τρίτο της νέας χωρητικότητας data centers στις ΗΠΑ την επόμενη πενταετία θα κατασκευαστεί εκτός δικτύου.
Την ίδια στιγμή, η χρηματοδότηση της AI οδηγεί σε εξίσου ευρηματικές —και πιο ανησυχητικές— λύσεις. Καθώς οι επενδύσεις απορροφούν ολοένα μεγαλύτερο μέρος των ταμειακών ροών, εταιρείες όπως η xAI, η Meta και η Oracle καταφεύγουν σε εταιρείες ειδικού σκοπού (SPV) για να μισθώσουν εξοπλισμό ή να χρηματοδοτήσουν γιγαντιαία data centers εκτός ισολογισμού. Η Morgan Stanley προβλέπει ότι η ιδιωτική πίστωση που θα κατευθυνθεί σε κέντρα δεδομένων μπορεί να φτάσει τα 800 δισ. δολάρια έως το 2030, δημιουργώντας μια αγορά τεράστιου μεγέθους αλλά και υψηλού κινδύνου.

Οι τράπεζες, ήδη επιβαρυμένες από δάνεια σε μικρότερους και λιγότερο αξιόπιστους developers, μετακυλίουν τον κίνδυνο σε ιδιωτικά funds και ασφαλιστικές εταιρείες ζωής. Η συγκέντρωση τόσο μεγάλων ποσών σε λίγους δανειολήπτες και η απουσία σταθερών κερδών από την AI δημιουργούν φόβους για πιθανή πιστωτική αστάθεια. Παράλληλα, η αυτοπαροχή ενέργειας αυξάνει το κόστος και τον κίνδυνο βλαβών, ενώ η ταχύτητα ανάπτυξης των data centers ξεπερνά τις δυνατότητες των υποδομών.
Η έκρηξη της τεχνητής νοημοσύνης τροφοδοτείται έτσι από ένα μείγμα τεχνολογικής ευρηματικότητας και χρηματοοικονομικής «μαγείας», που επιταχύνει την ανάπτυξη αλλά διογκώνει και τους κινδύνους. Αν η αγορά δεν αρχίσει να παράγει σταθερά κέρδη, ο κίνδυνος μιας μελλοντικής πιστωτικής αναταραχής παραμένει υπαρκτός — και τότε θα χρειαστεί ένα νέο κύμα δημιουργικότητας για να μαζευτούν τα κομμάτια.