Η ρευστότητα γίνεται το νέο «ιερό δισκοπότηρο» των τραπεζών…
Η ΕΚΤ αλλάζει τους κανόνες εποπτείας και απαιτεί τριετή σχεδιασμό, stress tests και έμφαση στη σταθερότητα των καταθέσεων
Η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα αναδιαμορφώνει το πλαίσιο εποπτείας των τραπεζών, μεταφέροντας το βάρος από την απλή ποσότητα των διαθέσιμων κεφαλαίων στη συνολική ποιότητα και ανθεκτικότητα της ρευστότητας. Η νέα φιλοσοφία του SSM αναγνωρίζει ότι ακόμη και οι τράπεζες με ισχυρή κεφαλαιακή βάση μπορούν να βρεθούν εκτεθειμένες, εάν δεν διαθέτουν επαρκή και άμεσα αξιοποιήσιμη ρευστότητα, ειδικά σε περιβάλλον αυξημένων γεωπολιτικών κινδύνων.
Παρά το γεγονός ότι οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν ενισχύσει σημαντικά τις καταθετικές τους βάσεις μετά την κρίση και την πανδημία, ο SSM δεν θεωρεί ότι ο χαμηλός δείκτης Loan-to-Deposit Ratio – περίπου στο 70% – αποτελεί από μόνος του εγγύηση χαμηλού κινδύνου. Η εποπτική προσέγγιση μετατοπίζεται πλέον από τα στατικά μεγέθη στη δυναμική ικανότητα των τραπεζών να αντέξουν αιφνίδιες εκροές και να διατηρήσουν την επιχειρησιακή τους συνέχεια.
Κεντρικό στοιχείο των νέων απαιτήσεων είναι η υποχρεωτική κατάρτιση τριετών σχεδίων ρευστότητας, τα οποία πρέπει να λαμβάνουν υπόψη μεταβολές στο μακροοικονομικό περιβάλλον, τη συμπεριφορά των καταθετών, τις συνθήκες χρηματοδότησης και τις αλλαγές στην πολιτική της ΕΚΤ. Τα σχέδια αυτά συνδέονται πλέον άμεσα με τη στρατηγική χρηματοδότησης των τραπεζών, ώστε να διασφαλίζεται ότι η ρευστότητα παραμένει επαρκής ακόμη και όταν οι βασικές παραδοχές αλλάζουν.
Παράλληλα, οι ασκήσεις προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων αποκτούν πιο εξειδικευμένο χαρακτήρα. Οι τράπεζες καλούνται να αναπτύξουν σενάρια προσαρμοσμένα στο δικό τους επιχειρηματικό μοντέλο, εξετάζοντας μαζικές εκροές καταθέσεων, περιορισμένη πρόσβαση στις αγορές χρήματος, αυξημένες απαιτήσεις εξασφαλίσεων και δυσκολίες άντλησης ρευστότητας μέσω repos. Ιδιαίτερη σημασία δίνεται πλέον και στη διαχείριση της ενδοημερήσιας ρευστότητας, καθώς οι ηλεκτρονικές συναλλαγές μπορούν να προκαλέσουν εκροές μέσα σε λίγες ώρες.
Οι τράπεζες οφείλουν επίσης να διαθέτουν σαφώς καθορισμένες διορθωτικές ενέργειες, οι οποίες ενεργοποιούνται άμεσα σε περίπτωση κρίσης. Οι ενέργειες αυτές πρέπει να είναι τεκμηριωμένες και ποσοτικοποιημένες, ώστε να αποδεικνύεται η πραγματική τους συμβολή στη βελτίωση των δεικτών ρευστότητας.