«Δρ. Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ» η ελληνική οικονομία…

«Δρ. Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ» η ελληνική οικονομία...
63 / 100 SEO Score

Ανάπτυξη χωρίς αντίκρισμα στους μισθούς – Η Ελλάδα απομακρύνεται από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο σε αγοραστική δύναμη και συνθήκες διαβίωσης

Με χαρακτηριστικά «Δρ. Τζέκιλ και Μίστερ Χάιντ» περιγράφει το Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ την ελληνική οικονομία στην ενδιάμεση έκθεσή του, αναδεικνύοντας μια έντονη διττή πραγματικότητα. Από τη μία πλευρά, οι μακροοικονομικοί δείκτες δείχνουν ανάπτυξη και ονομαστικές αυξήσεις μισθών· από την άλλη, η αγοραστική δύναμη και οι συνθήκες διαβίωσης των εργαζομένων παραμένουν καθηλωμένες, απομακρυνόμενες σταθερά από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Η «φωτεινή» πλευρά της οικονομίας αποτυπώνεται στην αύξηση του ΑΕΠ και στις ονομαστικές μισθολογικές ενισχύσεις, δημιουργώντας την εικόνα μιας χώρας που βρίσκεται σε τροχιά ανάκαμψης. Ωστόσο, η εικόνα αυτή αλλάζει δραματικά όταν οι αποδοχές προσαρμόζονται στο πραγματικό κόστος ζωής. Σε όρους αγοραστικής δύναμης, οι Έλληνες εργαζόμενοι όχι μόνο υστερούν έναντι των συναδέλφων τους στην Ε.Ε., αλλά πλέον βρίσκονται πίσω και από εργαζόμενους σε χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης και των Βαλκανίων.

Το ΙΝΕ ΓΣΕΕ επισημαίνει ότι η αντίφαση αυτή δεν είναι συγκυριακή, αλλά βαθιά δομική. Η ελληνική οικονομία στηρίζεται σε μια αδύναμη παραγωγική βάση, με περιορισμένη βιομηχανική απασχόληση και έντονη εξάρτηση από υπηρεσίες χαμηλής προστιθέμενης αξίας. Έτσι, η αύξηση του ΑΕΠ δεν μεταφράζεται σε ουσιαστική βελτίωση των μισθών ούτε σε αναβάθμιση του βιοτικού επιπέδου.

Το 2024, ο μέσος ετήσιος μισθός στην Ελλάδα –σε όρους αγοραστικής δύναμης– ανήλθε στις 21.486 μονάδες, δηλαδή μόλις στο 59,1% του ευρωπαϊκού μέσου όρου. Πριν από την κρίση, το αντίστοιχο ποσοστό ξεπερνούσε το 90%. Αντίστοιχα, το ωρομίσθιο παραμένει χαμηλότερο όχι μόνο από τις χώρες του ευρωπαϊκού πυρήνα, αλλά και από οικονομίες που μέχρι πρόσφατα θεωρούνταν λιγότερο ανεπτυγμένες.

Η διττή αυτή εικόνα αποτυπώνεται και στη σύνθεση της ανάπτυξης. Η κατανάλωση των νοικοκυριών εξακολουθεί να αποτελεί σχεδόν τα δύο τρίτα του ΑΕΠ, ενώ οι επενδύσεις –αν και αυξημένες– κατευθύνονται κυρίως στην κατοικία και όχι σε παραγωγικούς τομείς που θα ενίσχυαν την παραγωγικότητα και τους μισθούς. Παράλληλα, το εμπορικό έλλειμμα διευρύνεται, υπογραμμίζοντας την εξάρτηση από εισαγωγές και την απουσία ισχυρού μεταποιητικού πυλώνα.

Η «σκοτεινή» πλευρά της οικονομίας γίνεται ακόμη πιο εμφανής στους δείκτες διαβίωσης. Ένα σημαντικό ποσοστό μισθωτών ζει σε συνθήκες υλικής και κοινωνικής στέρησης, ενώ η αδυναμία κάλυψης βασικών αναγκών –όπως η θέρμανση της κατοικίας ή η έγκαιρη πληρωμή λογαριασμών και στεγαστικών δανείων– παραμένει εκτεταμένη. Το κόστος στέγασης απορροφά δυσανάλογο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος, με την Ελλάδα να καταγράφει τις χειρότερες επιδόσεις στην Ε.Ε., ιδιαίτερα για τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα.

ΠΗΓΗ