Η ελληνική αγροτική παραγωγή σε αδιέξοδο: Ποιοι «πυροβολούν» τον πρωτογενή τομέα
Κατακερματισμός, γήρανση, χαμηλή παραγωγικότητα και στροφή προς τον τουρισμό αποδυναμώνουν τη γεωργία και την κτηνοτροφία – Τα στοιχεία της ΤτΕ και οι προειδοποιήσεις της αγοράς.
Η ελληνική αγροτική παραγωγή βρίσκεται σε μια παρατεταμένη περίοδο υποχώρησης, με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ να αναδεικνύει εκ νέου τις χρόνιες παθογένειες του κλάδου. Παρά το γεγονός ότι η γεωργία και η κτηνοτροφία απασχολούν το 11,5% του εργατικού δυναμικού, η συμβολή τους στην ακαθάριστη προστιθέμενη αξία της οικονομίας περιορίζεται μόλις στο 4,3%. Η αναντιστοιχία αυτή αποτυπώνει ένα βαθύ και διαχρονικό πρόβλημα παραγωγικότητας, το οποίο η Τράπεζα της Ελλάδος περιγράφει ως αποτέλεσμα ενός αναχρονιστικού μοντέλου, κατακερματισμένης γης και γηρασμένου ανθρώπινου δυναμικού.
Η εξάρτηση από εισαγωγές ακόμη και για βασικά προϊόντα επιβαρύνει το κόστος σε όλη την αλυσίδα, όπως επισημάνθηκε στο 16ο Food Retail Conference. Ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος τόνισε ότι, με ελάχιστες εξαιρέσεις όπως το ελαιόλαδο και το ροδάκινο, η εγχώρια παραγωγή δεν καλύπτει τις ανάγκες της χώρας. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί το γιαούρτι, όπου σημαντικό μέρος της πρώτης ύλης προέρχεται από το εξωτερικό, γεγονός που εντείνει την πίεση στις τιμές.
Την ίδια στιγμή, η τουριστική ανάπτυξη απορροφά πόρους, γη και ανθρώπινο δυναμικό από τον πρωτογενή τομέα. Η περίπτωση τυροκόμου στην Κρήτη που εξετάζει το κλείσιμο της μονάδας του για να στραφεί στο AirBnB δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά ένδειξη μιας ευρύτερης μετατόπισης. Σε περιοχές υψηλής τουριστικής ζήτησης, όπως η Σαντορίνη, οι αμπελώνες συρρικνώνονται, ενώ στα Χανιά κτηνοτρόφοι μετακινούνται από παράκτιες ζώνες λόγω επενδυτικών πιέσεων.
Τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος αποκαλύπτουν ότι το 73% των αγροτικών εκμεταλλεύσεων δεν ξεπερνά τα 50 στρέμματα, ποσοστό υψηλότερο από τον μέσο όρο της Ε.Ε. Η κυριαρχία του μικρού κλήρου, σε συνδυασμό με την απουσία κινήτρων για συνένωση γης, δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η παραγωγικότητα παραμένει καθηλωμένη. Παράλληλα, πάνω από τις μισές εκμεταλλεύσεις διαχειρίζονται άτομα άνω των 55 ετών, ενώ μόλις το 0,7% διαθέτει πλήρη αγροτική εκπαίδευση, έναντι 10% στην Ευρώπη.
Η σύγκριση με χώρες όπως η Ολλανδία είναι αποκαλυπτική. Με μικρότερη έκταση, η χώρα έχει εξελιχθεί σε αγροτική δύναμη χάρη σε επενδύσεις σε τεχνολογία, έρευνα και οργάνωση της παραγωγής. Οι εξαγωγές της φθάνουν τα 65 δισ. ευρώ ετησίως, ενώ η παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο είναι σχεδόν τριπλάσια σε σχέση με την Ελλάδα. Αντίθετα, η ελληνική γεωργία υποαποδίδει σταθερά από το 2005, με το χάσμα έναντι της ευρωζώνης να διευρύνεται.
Η Τράπεζα της Ελλάδος υπογραμμίζει ότι οι επιδοτήσεις δεν μπορούν πλέον να λειτουργήσουν ως λύση. Παρότι προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, δεν αλλάζουν το παραγωγικό μοντέλο, δεν ενισχύουν την εκπαίδευση, δεν φέρνουν νέους αγρότες και δεν μειώνουν το κόστος παραγωγής. Οι πιέσεις από την κλιματική αλλαγή, τη λειψυδρία, το ενεργειακό κόστος και τον διεθνή ανταγωνισμό καθιστούν επιτακτική την ανάγκη για εκσυγχρονισμό υποδομών, ψηφιακή μετάβαση, ανανέωση ανθρώπινου δυναμικού και ενίσχυση συνεργατικών σχημάτων.