Η «ακτινογραφία» του ελληνικού χρέους: Πώς μετατράπηκε σε εξωτερικό μέσα σε επτά χρόνια
Η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος αποκαλύπτει τη θεαματική αλλαγή στη δομή του χρέους και τον ρόλο των funds
Η νέα ετήσια έκθεση του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, Γιάννη Στουρνάρα, παρουσιάζει μια ανησυχητική εικόνα για την πορεία του ελληνικού χρέους. Το συνολικό ακαθάριστο εξωτερικό χρέος –δημόσιο και ιδιωτικό– ανήλθε στα 590,4 δισ. ευρώ, ποσό που αντιστοιχεί στο 237,7% του ΑΕΠ. Το στοιχείο που ξεχωρίζει, όμως, δεν είναι μόνο το μέγεθος, αλλά η ποιοτική μεταμόρφωση του χρέους, το οποίο από εσωτερικό μετατρέπεται πλέον σε εξωτερικό.
Η εκτίναξη αυτή συνδέεται άμεσα με τις μαζικές πωλήσεις «κόκκινων» δανείων από τις ελληνικές τράπεζες σε ξένα επενδυτικά κεφάλαια. Μέσα σε επτά χρόνια, το χρέος αυξήθηκε κατά 134 δισ. ευρώ, όχι λόγω νέου δανεισμού, αλλά επειδή χιλιάδες δάνεια που βρίσκονταν στα χαρτοφυλάκια των τραπεζών πέρασαν σε funds του εξωτερικού. Έτσι, υποχρεώσεις που παρέμεναν εντός του ελληνικού συστήματος μετατράπηκαν σε απαιτήσεις ξένων οντοτήτων, οδηγώντας σε μόνιμη εκροή κεφαλαίων.
Η σύγκριση με την προ-μνημονιακή περίοδο είναι ενδεικτική. Το σημερινό επίπεδο του χρέους είναι αυξημένο κατά 233,45 δισ. ευρώ σε σχέση με τότε, παρά τις πολυετείς προσπάθειες δημοσιονομικής προσαρμογής και τις αναδιαρθρώσεις που μεσολάβησαν. Η εξάρτηση από τις διεθνείς αγορές και τα ξένα χαρτοφυλάκια είναι πλέον βαθύτερη από ποτέ.
Η «μετάλλαξη» του χρέους σε εξωτερικό δημιουργεί νέες προκλήσεις για την οικονομία. Οι αποπληρωμές τόκων και κεφαλαίου δεν επιστρέφουν στην εγχώρια οικονομία, αλλά κατευθύνονται στο εξωτερικό, περιορίζοντας τη δυνατότητα επανεπένδυσης. Παράλληλα, η χώρα καθίσταται πιο ευάλωτη στις διακυμάνσεις των διεθνών αγορών, καθώς ακόμη και το ιδιωτικό χρέος λογίζεται πλέον ως εξωτερική υποχρέωση.
Η έκθεση της Τράπεζας της Ελλάδος υπογραμμίζει ότι η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών μέσω της πώλησης δανείων είχε σημαντικό κόστος: τη διεθνοποίηση του ιδιωτικού χρέους και την ενίσχυση της εξάρτησης από ξένους επενδυτές. Το ζήτημα αυτό αναδεικνύεται σε έναν από τους πιο κρίσιμους παράγοντες για τη μελλοντική οικονομική σταθερότητα της χώρας.