Η ακρίβεια στα τρόφιμα «στραγγαλίζει» τα νοικοκυριά: Στο μικροσκόπιο μεσάζοντες και ενδιάμεσα στάδια τιμολόγησης
Οι τιμές στα ράφια παραμένουν αμετακίνητες, ενώ το κράτος στρέφει πλέον το βλέμμα στην εγχώρια εφοδιαστική αλυσίδα
Παρά τη μικρή αποκλιμάκωση του γενικού πληθωρισμού, η ακρίβεια στα τρόφιμα εξακολουθεί να πιέζει ασφυκτικά τα ελληνικά νοικοκυριά. Τα τελευταία στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ο πληθωρισμός τον Ιανουάριο διαμορφώθηκε στο 2,5%, όμως ο δείκτης τροφίμων κινήθηκε πολύ υψηλότερα, στο 4,5%. Το μοσχάρι, οι σοκολάτες και ο καφές καταγράφουν διψήφιες αυξήσεις, επιβεβαιώνοντας ότι το «καλάθι» παραμένει ο βασικός πυροδότης των ανατιμήσεων.
Ακόμη και στα προϊόντα όπου παρατηρείται μείωση τιμών, η εικόνα δεν αλλάζει ουσιαστικά. Το ελαιόλαδο μπορεί να εμφανίζει πτώση σε σχέση με πέρυσι, ωστόσο παραμένει σημαντικά ακριβότερο από ό,τι πριν από πέντε χρόνια. Η μεγάλη εικόνα είναι ξεκάθαρη: οι τιμές στα τρόφιμα έχουν παγιωθεί σε υψηλά επίπεδα, με τις μικρές διακυμάνσεις να μην προσφέρουν ουσιαστική ανακούφιση.
Η πενταετία αποτυπώνει το μέγεθος του προβλήματος. Βασικά αγαθά όπως ρύζι, αλεύρι, ψωμί και ζυμαρικά έχουν αυξηθεί από 20% έως και πάνω από 30%. Στο κρέας, οι ανατιμήσεις είναι εκρηκτικές: το μοσχάρι ξεπερνά το 70%, ενώ αρνί και κατσίκι κινούνται σε αντίστοιχα επίπεδα. Τα γαλακτοκομικά, τα φρούτα και τα λαχανικά ακολουθούν ανοδική πορεία, ενώ προϊόντα όπως σοκολάτα και καφές έχουν μετατραπεί σε είδη πολυτελείας για πολλά νοικοκυριά.
Σε αυτό το περιβάλλον, η νεοσύστατη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή επιχειρεί να αλλάξει στρατηγική. Ήδη έχουν επιβληθεί πρόστιμα άνω του 1 εκατ. ευρώ, όμως η διοίκηση δηλώνει ότι πλέον το βάρος μεταφέρεται στα ενδιάμεσα στάδια της εφοδιαστικής αλυσίδας — εκεί όπου η διαμόρφωση των τιμών παραμένει αδιαφανής. Όπως παραδέχθηκε η επικεφαλής της Αρχής, Δέσποινα Τσαγγάρη, «δεν είναι όλοι οι λόγοι της ακρίβειας δικαιολογημένοι».
Η παραδοχή αυτή είναι κρίσιμη, καθώς για πρώτη φορά αναγνωρίζεται ότι το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο διεθνές κόστος ή στις εισαγωγές, αλλά αφορά και τη λειτουργία της εγχώριας αγοράς. Ειδικά στο μοσχάρι, όπου η Ελλάδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές, οι αυξήσεις ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο — ένδειξη ότι «κάτι συμβαίνει» ανάμεσα στην είσοδο του προϊόντος στη χώρα και το ράφι.
Η Αρχή προαναγγέλλει στενότερη συνεργασία με την ΑΑΔΕ, αξιοποιώντας φορολογικά και ελεγκτικά εργαλεία για να χαρτογραφήσει τις διαδρομές των τιμών. Το ζητούμενο, ωστόσο, είναι αν οι έλεγχοι θα αποκτήσουν διάρκεια και βάθος ή αν θα περιοριστούν σε αποσπασματικές παρεμβάσεις.
Την ίδια στιγμή, τα νοικοκυριά εξαντλούν τα περιθώριά τους. Σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ, έξι στα δέκα δηλώνουν ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί για ολόκληρο τον μήνα, ενώ οι περικοπές ακόμη και σε βασικές ανάγκες έχουν γίνει καθημερινότητα. Οι τιμές δεν υποχωρούν, οι μισθοί δεν αυξάνονται με τον απαιτούμενο ρυθμό και η αντοχή των πολιτών μειώνεται. Το αν η νέα στρατηγική ελέγχων θα καταφέρει να ανακόψει την επίμονη ακρίβεια, μένει να αποδειχθεί.
ΠΗΓΗ