Γιατί οι οικονομικές έρευνες δεν αποτυπώνουν πλέον την πραγματική εικόνα της οικονομίας
Η πόλωση, η ανισότητα και η χαμηλή αξιοπιστία των μετρήσεων που δείχνουν ύφεση ενώ η ανάπτυξη συνεχίζεται
Παρά το γεγονός ότι η αμερικανική οικονομία αναμένεται να εμφανίσει ανάπτυξη άνω του 2%, οι δείκτες καταναλωτικού και επιχειρηματικού κλίματος παραμένουν σε επίπεδα που θυμίζουν ύφεση. Οι δύο βασικές καταναλωτικές έρευνες, του Conference Board και του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, κινούνται σε ιστορικά χαμηλά, αντίστοιχα με περιόδους κρίσης όπως το 2008. Το χάσμα ανάμεσα στις πραγματικές δαπάνες των νοικοκυριών και την απαισιοδοξία που εκφράζουν στις έρευνες δεν έχει υπάρξει ποτέ μεγαλύτερο.
Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στις επιχειρηματικές έρευνες. Μετά την πανδημία, οι δείκτες του ISM για μεταποίηση και υπηρεσίες έχουν επανειλημμένα «προβλέψει» ύφεση που δεν ήρθε ποτέ. Ακόμη και οι πιο ευρείες μετρήσεις της S&P παραμένουν χαμηλότερες από ό,τι θα δικαιολογούσε η πραγματική οικονομική δραστηριότητα. Παρά την προσοχή που δίνεται κάθε μήνα στις δημοσιεύσεις των ερευνών, η αξιοπιστία τους έχει μειωθεί σημαντικά λόγω χαμηλών ποσοστών ανταπόκρισης και της επιρροής των κοινωνικών δικτύων, που ενισχύουν τη δυσαρέσκεια ανεξαρτήτως οικονομικών επιδόσεων.
Η πολιτική πόλωση αποτελεί έναν από τους βασικότερους παράγοντες που στρεβλώνουν τις μετρήσεις. Οι ψηφοφόροι τείνουν να αξιολογούν την οικονομία με βάση το ποιο κόμμα βρίσκεται στην εξουσία. Το φαινόμενο είναι τόσο έντονο, ώστε μέσα σε δύο χρόνια το ποσοστό των Δημοκρατικών που θεωρούν ότι η οικονομία βρίσκεται σε καλή κατάσταση κατέρρευσε από το 70% στο 5%, ενώ στους Ρεπουμπλικάνους συνέβη το ακριβώς αντίστροφο. Παράλληλα, ο τόνος των οικονομικών ειδήσεων έχει γίνει πιο αρνητικός από το 2016, ανεξάρτητα από την πορεία του ΑΕΠ.
Καθοριστικό ρόλο παίζει και η αυξανόμενη ανισότητα. Οι έρευνες δίνουν την ίδια βαρύτητα σε κάθε ερωτώμενο, ενώ η ανάπτυξη εξαρτάται όλο και περισσότερο από τις δαπάνες των πλουσιότερων. Σήμερα, το πλουσιότερο 10% των Αμερικανών πραγματοποιεί το 50% της συνολικής κατανάλωσης, έναντι του ενός τρίτου πριν από τρεις δεκαετίες. Έτσι, η πλειονότητα των πολιτών δεν βιώνει την ανάπτυξη που αποτυπώνουν τα συνολικά μεγέθη, με αποτέλεσμα οι έρευνες να εμφανίζουν επίμονη απαισιοδοξία.
Η διάσταση αυτή φαίνεται και στις μικρές επιχειρήσεις, οι οποίες δυσκολεύονται περισσότερο να αντιμετωπίσουν την αβεβαιότητα του πληθωρισμού. Ενώ οι μεγάλοι κατασκευαστές εμφανίζουν σημάδια ανάκαμψης, οι έρευνες για τις μικρές επιχειρήσεις συνεχίζουν να υποχωρούν, αντανακλώντας το κλίμα των νοικοκυριών με χαμηλότερα εισοδήματα. Ακόμη και η Federal Reserve έχει εκφράσει αμφιβολίες για την προγνωστική αξία των ερευνών, καθώς οι Αμερικανοί δηλώνουν απαισιόδοξοι αλλά συνεχίζουν να καταναλώνουν.
Οι έρευνες οικονομικού κλίματος φαίνεται πλέον να αποτυπώνουν περισσότερο τη δυσαρέσκεια απέναντι σε ένα σύστημα που πολλοί θεωρούν ότι ευνοεί τους πλουσιότερους και τις μεγάλες εταιρείες. Μέχρι να υπάρξει μεγαλύτερη αίσθηση δικαιοσύνης και ισορροπίας, οι μετρήσεις αυτές θα συνεχίσουν να αποκλίνουν από την πραγματική εικόνα της οικονομίας.