Γιατί δεν ήρθε ακόμα η… καταστροφή στην αγορά πετρελαίου
Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου αποδεικνύεται πολύ πιο ανθεκτική απ’ όσο προέβλεπαν οι αναλυτές, παρά τον πόλεμο στο Ιράν και το κλείσιμο της κρίσιμης θαλάσσιας οδού των Στενών του Ορμούζ. Ενώ θεωρητικά ακόμη και μια μικρή αναταραχή θα αρκούσε για να εκτοξεύσει τις τιμές, το σενάριο της «καταστροφής» δεν έχει επιβεβαιωθεί.
Τα αποθέματα που είχαν συσσωρευτεί πριν από την κρίση λειτουργούν ως ανάχωμα, περιορίζοντας τις επιπτώσεις μιας τεράστιας απώλειας προσφοράς που άγγιξε τα 14 εκατ. βαρέλια ημερησίως τον Απρίλιο .
Παρά το σοκ, η πραγματική έλλειψη στην αγορά είναι μικρότερη από όσο δείχνουν οι αριθμοί. Η προσφορά είχε προηγουμένως ξεπεράσει τη ζήτηση κατά 3,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως, μειώνοντας το καθαρό έλλειμμα σε πιο διαχειρίσιμα επίπεδα. Ταυτόχρονα, οι χώρες εκτός Περσικού Κόλπου κατάφεραν να αυξήσουν την παραγωγή τους κατά περίπου 1 εκατ. βαρέλια ημερησίως, αξιοποιώντας καθυστερήσεις σε εργασίες συντήρησης και πιο ευέλικτες μονάδες παραγωγής, όπως οι αμερικανικές εγκαταστάσεις σχιστολιθικού πετρελαίου .
Η ζήτηση, που παραδοσιακά θεωρείται ανελαστική, παρουσιάζει επίσης κάμψη. Τον Απρίλιο καταναλώθηκαν 3 εκατ. βαρέλια λιγότερα σε σχέση με πέρυσι, κυρίως λόγω επιβράδυνσης στις ασιατικές μονάδες πετροχημικών. Παράλληλα, η σύνθεση της παγκόσμιας κατανάλωσης έχει αλλάξει: οι αναδυόμενες οικονομίες –πιο ευαίσθητες στις τιμές– αποτελούν πλέον πάνω από το μισό της αγοράς, ενώ η αύξηση της ζήτησης προέρχεται κυρίως από τις αερομεταφορές και τα πετροχημικά, τομείς που επηρεάζονται άμεσα από το κόστος καυσίμων .
Τα αποθέματα, ωστόσο, μειώνονται με ταχύ ρυθμό. Η Αμερικανική Υπηρεσία Πληροφοριών Ενέργειας εκτιμά ότι το β’ τρίμηνο θα υποχωρήσουν κατά πάνω από 6 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Παρά την προσωρινή «ανάσα» που προσφέρουν, η εξάντλησή τους θα περιορίσει την ικανότητα της αγοράς να απορροφά νέους κραδασμούς. Η σημερινή σταθερότητα, όσο ευπρόσδεκτη κι αν είναι, δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη για μεγάλο χρονικό διάστημα .
Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι μια αγορά που αποδεικνύεται πιο ευέλικτη από το παρελθόν, χάρη σε νέους παραγωγούς, διαφοροποιημένη ζήτηση και υψηλά αποθέματα. Όμως αυτή η ισορροπία παραμένει εύθραυστη και εξαρτάται από παράγοντες που μπορούν να αλλάξουν γρήγορα.