«Φρένο» στα βιομετρικά στο Δημόσιο: Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων απορρίπτει τη ρύθμιση του ΥΠΕΣ
Η Αρχή κρίνει ασύμβατη με τον ΓΚΠΔ τη χρήση δακτυλικών αποτυπωμάτων και άλλων βιομετρικών για την παρουσία των δημοσίων υπαλλήλων
Η Αρχή Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα απέρριψε τη ρύθμιση του υπουργείου Εσωτερικών που προέβλεπε τη χρήση βιομετρικών στοιχείων για την καταγραφή της προσέλευσης και αποχώρησης των δημοσίων υπαλλήλων. Η διάταξη, η οποία επρόκειτο να ενταχθεί σε νομοσχέδιο που θα τεθεί σε διαβούλευση, προέβλεπε υποχρεωτική ταυτοποίηση μέσω βιομετρικών δεδομένων σε χώρους εργασίας και περιοχές αυξημένης ασφάλειας. Σύμφωνα με τη Γνωμοδότηση 4/2026 της Ολομέλειας, η προτεινόμενη ρύθμιση δεν συνάδει με τον Γενικό Κανονισμό Προστασίας Δεδομένων ούτε με το ενωσιακό δίκαιο.
Η Αρχή απέρριψε και την εναλλακτική πρόταση που θα επέτρεπε τη χρήση βιομετρικών ως προαιρετική επιλογή, επισημαίνοντας ότι δεν συνοδεύεται από σαφή και τεκμηριωμένη κανονιστική πρόβλεψη. Όπως αναφέρεται, δεν υπάρχουν συγκεκριμένα στοιχεία που να επιτρέπουν αξιολόγηση της αναγκαιότητας και της αναλογικότητας του μέτρου, ούτε καθορίζονται οι περιπτώσεις στις οποίες θα μπορούσε να εφαρμοστεί κατ’ εξαίρεση.
Στο σκεπτικό της, η Αρχή τονίζει ότι δεν τεκμηριώνεται η ύπαρξη ουσιαστικού δημοσίου συμφέροντος που να δικαιολογεί την επεξεργασία βιομετρικών δεδομένων. Παράλληλα, δεν προκύπτει ότι έχουν προηγηθεί λιγότερο παρεμβατικά μέτρα, όπως προσωποποιημένες κάρτες ή ηλεκτρονικά παρουσιολόγια, ούτε ότι αυτά αξιολογήθηκαν συστηματικά πριν απορριφθούν. Η απουσία εμπεριστατωμένης διερεύνησης καθιστά αδύνατη την τεκμηρίωση ότι τα βιομετρικά αποτελούν το έσχατο αναγκαίο μέσο.
Η Αρχή επισημαίνει επίσης ότι η καθολική εφαρμογή του μέτρου σε όλους τους δημοσίους υπαλλήλους συνιστά δυσανάλογη επέμβαση στα δικαιώματα των εργαζομένων. Η γενικευμένη συλλογή βιομετρικών δεδομένων χωρίς διαφοροποίηση βάσει αντικειμενικών κριτηρίων θεωρείται υπέρμετρη και αντίθετη με τις αρχές του ενωσιακού δικαίου. Επιπλέον, δεν προσκομίζονται επαληθεύσιμα στοιχεία για την έκταση των παραβατικών φαινομένων που υποτίθεται ότι θα αντιμετωπίσει το μέτρο.
Σημαντική είναι και η παρατήρηση ότι η προτεινόμενη ρύθμιση συγχωνεύει διαφορετικούς σκοπούς χωρίς σαφή οριοθέτηση, παραβιάζοντας την αρχή του περιορισμού του σκοπού. Η Αρχή υπογραμμίζει ότι η χρήση βιομετρικών στο πλαίσιο εξαρτημένης εργασίας μετατρέπει τη σωματική ταυτότητα των εργαζομένων σε εργαλείο συνεχούς επιτήρησης, δημιουργώντας ένα καθεστώς παρακολούθησης που υπερβαίνει τα επιτρεπτά όρια.
Η γνωμοδότηση καταλήγει ότι η διάταξη δεν μπορεί να υιοθετηθεί στην παρούσα μορφή της, καθώς δεν πληροί τις απαιτήσεις του ΓΚΠΔ και δεν διασφαλίζει τα δικαιώματα των υποκειμένων των δεδομένων. Η συζήτηση για τον τρόπο καταγραφής του χρόνου εργασίας στο Δημόσιο αναμένεται να συνεχιστεί, με την Αρχή να ζητά σαφέστερο πλαίσιο, τεκμηρίωση και ηπιότερες λύσεις.