Ερχονται νέου τύπου όπλα, φθηνότερα και πιο… καταστροφικά!
Έρχονται νέα φθηνά όπλα μαζικής παραγωγής – ΗΠΑ αλλάζουν στρατηγική και ισορροπίες
Οι πολεμικές συγκρούσεις σε Ουκρανία και Ιράν έχουν αναδείξει με τον πιο εμφατικό τρόπο τη σημασία της επάρκειας και του χαμηλού κόστους στα σύγχρονα οπλικά συστήματα. Η Δύση, παρά τις τεράστιες επενδύσεις των τελευταίων ετών, δεν έχει καταφέρει ακόμη να αυξήσει την παραγωγική της δυνατότητα ώστε να καλύψει τις πρωτοφανείς καταναλώσεις πυραύλων και πυρομαχικών που καταγράφονται από το 2022. Η βιομηχανική βάση των ΗΠΑ λειτουργεί στα όριά της, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την παραγωγή των πυραύλων THAAD, η οποία –παρά τις επενδύσεις της Lockheed Martin και των υποκατασκευαστών της– θα χρειαστεί επτά χρόνια για να τετραπλασιαστεί.
Αντίστοιχες καθυστερήσεις παρατηρούνται και στους πυραύλους Patriot PAC-3 MSE, όπου ο υπερτριπλασιασμός της παραγωγής μετατίθεται για το 2030. Η κατάσταση αυτή έχει οδηγήσει το αμερικανικό Πεντάγωνο σε μια θεμελιώδη αλλαγή φιλοσοφίας: τη στροφή σε όπλα χαμηλού κόστους, υψηλής ακρίβειας και μαζικής παραγωγής. Η κυβέρνηση Τραμπ, στο νέο πενταετές αμυντικό πρόγραμμα (FYDP), προβλέπει την προμήθεια περίπου 50.000 όπλων κρούσης την περίοδο 2027–2031, έναντι μόλις 7.000 που προέβλεπε το αντίστοιχο πρόγραμμα επί Μπάιντεν.

Η αλλαγή αυτή σηματοδοτεί και το τέλος της παραδοσιακής προσέγγισης «high–low mix» στην αεροπορία των ΗΠΑ, όπου λίγα πανάκριβα υπερ-μαχητικά συμπληρώνονταν από μεγαλύτερους αριθμούς φθηνότερων αεροσκαφών. Με το νέο υπερ-μαχητικό F‑47 να εκτιμάται ότι θα κοστίζει 300 εκατ. δολάρια ανά μονάδα, η βιωσιμότητα του μοντέλου αυτού αμφισβητείται έντονα. Δεν είναι τυχαίο ότι επανέρχεται στο προσκήνιο ο «Νόμος 16» του Νόρμαν Ογκάστιν, ο οποίος προέβλεπε σκωπτικά ότι το 2054 ολόκληρος ο αμυντικός προϋπολογισμός των ΗΠΑ θα αρκεί για την αγορά ενός μόνο αεροσκάφους.
Στο επίκεντρο της νέας στρατηγικής βρίσκονται όπλα όπως ο πολυηχητικός πύραυλος Blackbeard της νεοφυούς εταιρείας Castelion, με κόστος κάτω των 400.000 δολαρίων και δυνατότητα εκτόξευσης από μαχητικά ή μεταγωγικά αεροσκάφη. Το αμερικανικό ναυτικό θα προμηθευτεί φέτος 343 τέτοιους πυραύλους, ενώ για την περίοδο 2027–2031 ο αριθμός θα ξεπεράσει τις 4.100 μονάδες. Ο στρατός, μάλιστα, ακύρωσε την ανάπτυξη της έκδοσης Increment 4 του PrSM και στρέφεται πλέον αποκλειστικά στον Blackbeard.
Παράλληλα, το πρόγραμμα FAMM προβλέπει την παραγωγή 26.910 υποηχητικών πυραύλων πλεύσης, κόστους μόλις 335.000 δολαρίων, οι οποίοι θα μπορούν να εκτοξεύονται ακόμη και από παλέτες φορτίου σε αεροσκάφη C‑17 και C‑130J. Οι εταιρείες που αναλαμβάνουν την παραγωγή τους –Anduril, CoAspire και Zone 5 Technologies– δεν ανήκουν στους παραδοσιακούς προμηθευτές της αμυντικής βιομηχανίας, γεγονός που υπογραμμίζει τη ριζική αλλαγή στο οικοσύστημα των εξοπλισμών.
Η Castelion, για παράδειγμα, παρακάμπτει τους κλασικούς υποκατασκευαστές και χρησιμοποιεί εξαρτήματα από την αυτοκινητοβιομηχανία, τα οποία προσαρμόζει για αεροδιαστημική χρήση. Με αυτόν τον τρόπο επιτυγχάνει χαμηλό κόστος και υψηλούς ρυθμούς παραγωγής, ανοίγοντας τον δρόμο για μια νέα εποχή «προσιτών όπλων» που μπορούν να παραχθούν σε τεράστιες ποσότητες.
Για χώρες όπως η Ελλάδα, η μετάβαση αυτή αποτελεί πρόκληση αλλά και ευκαιρία. Τα φθηνά όπλα μαζικής παραγωγής μπορούν να ενισχύσουν τα αποθέματα και την αποτρεπτική ισχύ, ενώ η συμμετοχή σε διεθνή προγράμματα ανάπτυξης και παραγωγής μπορεί να προσφέρει τεχνογνωσία και βιομηχανικά οφέλη.