Επικό φιάσκο με τις ΑΠΕ στη Γερμανία…
Επιστρέφει στην πυρηνική ενέργεια να αποφύγει την ενεργειακή αυτοχειρία
Παρά το γεγονός ότι ο Καγκελάριος Friedrich Merz χαρακτήρισε την εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας ως «μη αναστρέψιμη», η ίδια η Ursula von der Leyen παραδέχθηκε ότι η απομάκρυνση της Ευρώπης από το άτομο ήταν ένα ολέθριο στρατηγικό σφάλμα που πληρώνεται τώρα με αίμα και χρέη. Η Γερμανία βρίσκεται αντιμέτωπη με το απόλυτο αδιέξοδο, καθώς η πολυδιαφημισμένη «πράσινη μετάβαση» μετατρέπεται στον δήμιο της εθνικής της οικονομίας που την οδηγεί σε ενεργειακή αυτοκτονία!
Ο Steffen Kotre, βουλευτής του κόμματος Alternative für Deutschland και εκπρόσωπος για θέματα ενέργειας, προειδοποιεί ότι η χώρα είναι υποχρεωμένη να επιστρέψει στην πυρηνική ενέργεια τα επόμενα χρόνια, καθώς δεν υπάρχει άλλος οικονομικά βιώσιμος τρόπος για τη μείωση των εκπομπών CO2 χωρίς τη διάλυση του κοινωνικού ιστού.
Παρά το γεγονός ότι ο Καγκελάριος Friedrich Merz χαρακτήρισε την εγκατάλειψη της πυρηνικής ενέργειας ως «μη αναστρέψιμη», η ίδια η Ursula von der Leyen παραδέχθηκε ότι η απομάκρυνση της Ευρώπης από το άτομο ήταν ένα ολέθριο στρατηγικό σφάλμα που πληρώνεται τώρα με αίμα και χρέη.
Το φάντασμα της Fukushima και το κλείσιμο των αντιδραστήρων
Η καταστροφική πορεία ξεκίνησε το 2011, όταν η τότε Καγκελάριος Angela Merkel, υπό το κράτος πανικού από το ατύχημα στη Fukushima-1, αποφάσισε τον πλήρη τερματισμό της πυρηνικής ενέργειας έως το 2022. Οι τελευταίοι τρεις αντιδραστήρες, Isar-2, Neckarwestheim-2 και Emsland, πήραν μια μικρή παράταση ζωής λόγω της απώλειας του ρωσικού φυσικού αερίου, αλλά τελικά απενεργοποιήθηκαν οριστικά στα μέσα Απριλίου του 2023.
Σήμερα, ο Steffen Kotre υποστηρίζει ότι τουλάχιστον οκτώ πυρηνικοί σταθμοί μπορούν να επανασυνδεθούν στο δίκτυο με ελάχιστο κόστος, τονίζοντας ότι σταθμοί όπως ο Philippsburg παρήγαγαν ρεύμα με μόλις 2,5 λεπτά του ευρώ ανά κιλοβατώρα, αποτελώντας την πιο κερδοφόρα λύση για τη γερμανική βιομηχανία.
Η εσωτερική ανταρσία και το μέλλον των SMR
Το ρήγμα στο εσωτερικό της Γερμανίας βαθαίνει, καθώς ο Πρωθυπουργός της Βαυαρίας, Markus Söder, διαφοροποιείται ανοιχτά από τη γραμμή του Friedrich Merz, απαιτώντας την επιστροφή στην πυρηνική ενέργεια με νέα μορφή.
Ο Markus Söder επικαλείται τη φλεγόμενη Μέση Ανατολή και τις ανεξέλεγκτες τιμές στις παγκόσμιες αγορές ενέργειας ως αδιαμφισβήτητες αποδείξεις ότι η Γερμανία δεν μπορεί να επιβιώσει χωρίς σταθερή βάση παραγωγής.
Ο Steffen Kotre ποντάρει επίσης στην τεχνολογία των μικρών σπονδυλωτών αντιδραστήρων (Small Modular Reactors – SMR), επισημαίνοντας ότι το πολιτικό καθήκον είναι η επανέναρξη της πυρηνικής χρήσης, αφήνοντας την επιλογή της τεχνολογίας στις δυνάμεις της αγοράς, προτού η χώρα οδηγηθεί σε πλήρη αποβιομηχάνιση.
Ifo : Ενεργειακός εφιάλτης απειλεί τη Γερμανία
Υπενθυμίζεται πως ο βασικός δείκτης επιχειρηματικού κλίματος Ifo στη Γερμανία κατέγραψε ραγδαία πτώση τον Μάρτιο, καθώς ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή, η εκτίναξη των τιμών ενέργειας και η αυξανόμενη αβεβαιότητα έπληξαν την αισιοδοξία των επιχειρήσεων.
Ο δείκτης υποχώρησε στις 86,4 μονάδες από 88,4 τον Φεβρουάριο, σηματοδοτώντας ένα ισχυρό πλήγμα στην πολυαναμενόμενη οικονομική ανάκαμψη της χώρας.Παρότι η αξιολόγηση της τρέχουσας κατάστασης παρέμεινε αμετάβλητη, οι προσδοκίες των επιχειρήσεων δέχθηκαν ισχυρό πλήγμα, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη πτώση από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Ο σχετικός δείκτης υποχώρησε στις 86,0 μονάδες από 90,2 τον προηγούμενο μήνα, αποτυπώνοντας τη ραγδαία επιδείνωση του κλίματος.
Η άνοδος των τιμών ενέργειας αποτελεί σαφή απειλή για την οικονομική προοπτική της Γερμανίας, καθώς μπορεί να ανακόψει τη βιομηχανική ανάκαμψη. Αν και οι μεγάλες επιχειρήσεις εμφανίζονται προς το παρόν σχετικά προστατευμένες από τις αυξήσεις στο πετρέλαιο, οι επιπτώσεις διαχέονται στην οικονομία, επηρεάζοντας τις μεταφορές, τα τρόφιμα και συνολικά το κόστος ζωής.

Μια νέα πληθωριστική πίεση ήδη διαμορφώνεται, ενώ τα αποθέματα φυσικού αερίου βρίσκονται στο χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων πέντε ετών για αυτή την εποχή, εντείνοντας τον φόβο για αυξημένα κόστη τον επόμενο χειμώνα.
Οι ενεργοβόρες βιομηχανίες, που αντιπροσωπεύουν περίπου το 17% της βιομηχανικής προστιθέμενης αξίας και απασχολούν σχεδόν ένα εκατομμύριο εργαζόμενους, βρίσκονται στο επίκεντρο της πίεσης.
Το χρονικό ενός προαναγγελθέντος ενεργειακού εγκλήματος
Η γερμανική “Energiewende” (Ενεργειακή Στροφή) αποτελεί πλέον το κλασικό παράδειγμα προς αποφυγή για κάθε σύγχρονο κράτος.
Η εμμονή στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ) αποδείχθηκε μια πανάκριβη ψευδαίσθηση για τους εξής λόγους:
Το κυνήγι των επιδοτήσεων και η ακρίβεια:
Οι ΑΠΕ στη Γερμανία, και όχι μόνο, επιβίωσαν μόνο χάρη σε κολοσσιαίες κρατικές επιδοτήσεις, οι οποίες μετακυλίστηκαν στους καταναλωτές.
Η Γερμανία κατέληξε να έχει από τις υψηλότερες τιμές ρεύματος στον κόσμο, γονατίζοντας τα νοικοκυριά και διώχνοντας τις βαριές βιομηχανίες (BASF, αυτοκινητοβιομηχανίες) προς τις ΗΠΑ και την Κίνα.
Η αστάθεια του δικτύου (Intermittency):
Ο ήλιος και ο άνεμος δεν υπακούουν στις ανάγκες της αγοράς.
Όταν δεν φυσάει ή έχει συννεφιά (το διαβόητο Dunkelflaute), η Γερμανία αναγκάζεται να εισάγει πυρηνική ενέργεια από τη Γαλλία ή ρεύμα από άνθρακα από την Πολωνία, αποδεικνύοντας την πλήρη αποτυχία της ενεργειακής της αυτονομίας.
Το περιβαλλοντικό παράδοξο:
Για να καλύψει το κενό των κλειστών πυρηνικών σταθμών, η Γερμανία επέστρεψε στον λιγνίτη, τον πιο βρώμικο τύπο άνθρακα.
Το αποτέλεσμα;
Οι εκπομπές ρύπων αυξήθηκαν αντί να μειωθούν, εκθέτοντας την υποκρισία της «πράσινης» πολιτικής.
Κόστος υποδομών:
Η ανάγκη για τεράστια δίκτυα μεταφοράς από τα αιολικά πάρκα του Βορρά στον βιομηχανικό Νότο, σε συνδυασμό με την έλλειψη τεχνολογίας αποθήκευσης (μπαταρίες), δημιούργησε ένα οικονομικό βάρος που η γερμανική οικονομία δεν μπορεί πλέον να σηκώσει.