Δημογραφικό: Τιμωρώντας την οικογένεια και τα παιδιά

Δημογραφικό: Τιμωρώντας την οικογένεια και τα παιδιά
67 / 100 SEO Score

Το δημογραφικό αναδεικνύεται ως ένας ακόμα «εθνικός γρίφος» σε μια χώρα που βιώνει πολλαπλές κρίσεις.

Η Ελλάδα δεν πεθαίνει, ωστόσο, μοιάζει να ψυχορραγεί καθώς ο πληθυσμός της γερνά, οι νέοι της που έφυγαν μετανάστες λόγω κρίσης δεν επιστρέφουν και γεννιούνται όλο και λιγότερα μωρά.Ευτυχώς -και παρά το κύμα νεοσυντηρητισμού- έχει περάσει η εποχή που το να κάνει κάποιος – και, κυρίως, κάποια – παιδιά θεωρούνταν ο προορισμός της ζωής του/της. Τι γίνεται ωστόσο με όσους θέλουν να γίνουν γονείς; Τι κάνει η χώρα που το πολιτικό της σύστημα διεκτραγωδεί την υπογεννητικότητα; Πως στηρίζονται οι νέοι άνθρωποι ώστε να δημιουργήσουν οικογένεια και μάλιστα να κάνουν όσα παιδιά πραγματικά επιθυμούν;

«Πότε θα κάνεις ένα παιδάκι; Γιατί δεν κάνεις ένα παιδάκι; Μετά θα θέλεις και δεν θα μπορείς». Αυτό είναι το μάντρα που ακούει στέρεο σχεδόν καθημερινά η 31χρόνη Λέτα. «Έχω φίλες που δεν απέκτησαν παιδιά κι είναι μια χαρά, δεν βλέπω καμία να υποφέρει στα 50 της επειδή δεν έκανε παιδιά», λέει η Λέτα. «Εγώ δεν θέλω και δεν βλέπω το λόγο να μου ασκείται αυτή η πίεση. Αλλά, δεν βλέπω και να υποστηρίζονται εμπράκτως οι γυναίκες που θέλουν να κάνουν ένα ή περισσότερα παιδιά».

Η 33χρονη Κατερίνα είναι μαμά δύο κοριτσιών, η μεγάλη της κόρη πάει στην πρώτη δημοτικού και το μωρό της είναι 11 μηνών. Πρόσφατα, επέστρεψε στην αγορά εργασίας. «Είναι ένας καθημερινός άθλος», λέει η Κατερίνα. «Για ένα μέσο ζευγάρι τα δυο παιδιά μοιάζουν με πολυτέλεια. Για όσες φίλες μου θέλουν να κάνουν παιδιά μόνες τους, μοιάζει οριακά ακατόρθωτο. Και δεν είναι μόνο το συνολικό κόστος ζωής και τα απλησίαστα ενοίκια, είναι και οι εργοδότες που όταν είσαι νέα σε ρωτάνε αν σκέφτεσαι να κάνεις παιδί, είναι που οι μωρομάνες βρίσκουν δυσκολότερα δουλειά, είναι που χρειάζεσαι τους γονείς σου κοντά για βοήθεια, είναι η ίδια η πόλη που δεν είναι φιλική για τα μικρά. Από τη μια μας λένε κάντε παιδιά επειγόντως κι από την άλλη δεν υποστηριζόμαστε αν θέλουμε να τα κάνουμε».

«Η Ελλάδα γερνάει», «η Ελλάδα πεθαίνει», «η Ελλάδα χωρίς μέλλον». Αυτοί είναι μερικοί από τους δραματικούς τίτλους που διαβάζουμε συχνά. Ποια είναι η δημογραφική εικόνα της χώρας μας; Και τι να περιμένουμε για το κοινό μας μέλλον; Ο Βύρων Κοτζαμάνης είναι Καθηγητής του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας και Διευθυντής του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών.

«Οι πρόσφατες προβολές των διεθνών οργανισμών για την περίοδο 2024-2050 συγκλίνουν ως προς το ότι οι θάνατοι θα συνεχίσουν να υπερτερούν σημαντικά των γεννήσεων, ο συνολικός πληθυσμός θα μειωθεί και η γήρανση δεν πρόκειται να ανακοπεί, καθώς οι 65 ετών και άνω θα αυξηθούν κατά 650-700 χιλιάδες», μας λέει ο καθηγητής και μας δίνει τα στοιχεία:

-μειώνεται ο αριθμός των παιδιών που αποκτούν οι διαδοχικές γενεές
-οι γυναίκες που γεννήθηκαν γύρω από το 1930 έκαναν 2,25 παιδιά κατά μέσο όρο,
-οι κόρες τους που γεννήθηκαν το 1960 2,0 και οι εγγονές τους που γεννήθηκαν γύρω από το 1985 λιγότερα από 1,5 παιδιά/γυναίκα.
-οι γεννήσεις είναι σήμερα πολύ λιγότερες από αυτές της περιόδου 1955-1980.
-μετά το 2010 έχουμε περισσότερους θανάτους από γεννήσεις, και, ταυτόχρονα, και ένα αρνητικό μεταναστευτικό ισοζύγιο.

Ωστόσο, σε όλες τις ανεπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες οι γενεές που γεννήθηκαν μετά το τέλος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου κάνουν όλο και λίγο λιγότερα παιδιά. «Οι αλλαγές στις αναπαραγωγικές συμπεριφορές των ζευγαριών οδήγησαν παντού στον περιορισμό του αριθμού των παιδιών αλλά και σε ένα νέο μοντέλο οικογένειας που διαφοροποιείται σημαντικά από τα προϋπάρχοντα», λέει ο Βύρων Κοτζαμάνης. «Στη χώρα μας η μετάβαση στο νέο αυτό τύπο οικογένειας γίνεται με σχετική υστέρηση, ενώ συνυπάρχουν ακόμη και στοιχεία του πρότερου μοντέλου. Η Ελλάδα εντάσσεται ταυτόχρονα στην ομάδα εκείνη των χωρών όπου, ελλείψει ενός ευνοϊκού περιβάλλοντος για την δημιουργία οικογένειας και την απόκτηση παιδιών, ο αριθμός των παιδιών που φέρνουν στον κόσμο οι διαδοχικές μετά το 1950 γενεές υπολείπεται όλο και περισσότερο του επιθυμητού απέχοντας πλέον σημαντικά στις νεότερες γενεές των 2,05 (του ορίου δηλαδή της αναπαραγωγής)».

Οι «διασώστριες του Έθνους»

Πριν μιλήσουμε για το κατά πόσο υποστηρίζονται οι νέοι άνθρωποι να γίνουν γονείς, ας εστιάσουμε πρωτίστως στις γυναίκες, αυτές που οι συντηρητικές φωνές καλούν να γίνουν… διασώστριες του έθνους. Πόσο υποστηρίζονται στην Ελλάδα οι γυναίκες για να αναπτυχθούν ολόπλευρα και ως επαγγελματίες και ως προσωπικότητες και – αν το επιθυμούν- να γίνουν και μητέρες; Από αυτήν την απλή απορία ξεκινάμε τη συζήτησή μας με την Μαρία Καραμεσίνη, καθηγήτρια Οικονομικών της Εργασίας και Κοινωνικής Πολιτικής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο.

«Καμία συζήτηση για το δημογραφικό δεν μπορεί να προσπεράσει την έμφυλη διάσταση, αφού οι γυναίκες είναι που αποφασίζουν, είτε μόνες είτε από κοινού με τον/την σύντροφο, να κάνουν παιδιά. Η εκκλησία και, γενικότερα, η συντηρητική ιδεολογία θεωρεί την μητρότητα προορισμό κάθε γυναίκας και τις προτρέπει να θέσουν τη μήτρα τους στην υπηρεσία του έθνους ή της φυλής. Οι φεμινίστριες υπερασπίζονται σθεναρά το δικαίωμα των γυναικών να μην κάνουν παιδιά εάν δεν το θέλουν και, δικαίως, είναι καχύποπτες απέναντι στη δημογραφική πολιτική και αντίθετες με τον όποιο ιδεολογικό καταναγκασμό των γυναικών για τεκνοποιία», αναφέρει η Καραμεσίνη.

Όπως μας εξηγεί η καθηγήτρια του Παντείου, «οι σκανδιναβικές χώρες, από τη δεκαετία του 1960 συνέδεσαν τους στόχους της πολιτικής έμφυλης ισότητας με αυτούς της οικονομικής και δημογραφικής πολιτικής. Ανέπτυξαν άδειες μητρότητας/ανατροφής και υπηρεσίες κοινωνικής φροντίδας ως «πολιτική συμφιλίωσης/εξισορρόπησης οικογενειακής και επαγγελματικής ζωής» για να διευκολύνουν τις εργαζόμενες γυναίκες να γεννούν και να φροντίζουν τα παιδιά τους, μέτρα που διαχύθηκαν τις επόμενες δεκαετίες σε όλες τις αναπτυγμένες χώρες. Όσες χώρες εφάρμοσαν εγκαίρως τέτοιες πολιτικές, συγκράτησαν σε σημαντικό βαθμό τη μακροχρόνια τάση μείωσης της γονιμότητας. Στην Ελλάδα, οι πολιτικές αυτές επεκτάθηκαν καθυστερημένα, μόλις τη δεκαετία του 2000. Γι’ αυτό και οι δείκτες γονιμότητας μειώθηκαν δραματικά με την είσοδο των γυναικών στην αμειβόμενη εργασία τις δεκαετίες του 1980 και 1990».

Δυο πολύ ενδιαφέρουσες παραμέτρους θα εισφέρει στη συζήτηση ο ψυχοθεραπευτής και συγγραφέας Λύο Καλοβυρνάς, που το 2022 δημοσίευσε τo έργο «Μητέρα Μηδέν Παιδιών» (εκδ. Gutenberg). Βασισμένος σε έρευνες και στις ψυχοθεραπευτικές ομάδες που οργανώνει από το 2012, ο Καλοβυρνάς ξεδιπλώνει μέσα από τις σελίδες του βιβλίου του όψεις της (μη) μητρότητας στην Ελλάδα. Γιατί σήμερα οι άνθρωποι κάνουν λιγότερα ή καθόλου παιδιά, τον ρωτάμε. «Για πρώτη φορά στην ιστορία της ανθρωπότητας, είναι εφικτό για τις γυναίκες να παραμένουν άτεκνες με τρόπο ασφαλή και αξιόπιστο αλλά και χωρίς να κινδυνεύουν να εξοστρακιστούν κοινωνικά», λέει ο Καλοβυρνάς. Οι γυναίκες πλέον έχουν τη δυνατότητα να πραγματώνονται μέσα από άλλες εμπειρίες ζωής πέρα από τη μητρότητα, η οποία μέχρι σχετικά πρόσφατα ήταν αναγκαστική και αναπόδραστη για την πλειοψηφία. Ωστόσο, ακόμα κι όταν επιλέγουν να κάνουν παιδιά, κάνουν λιγότερα και σε μεγαλύτερη ηλικία – ένα φαινόμενο που παρατηρείται σε όλες τις χώρες του πλανήτη, μόλις ανέβει το μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο των γυναικών».

«Τα παιδιά σήμερα αξίζουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι ποτέ άλλοτε στο παρελθόν» αναφέρει ο Καλοβυρνάς εξηγώντας «όσο πιο παραδοσιακή ή/και φτωχή είναι μία χώρα, τόσο τα παιδιά εννοιολογούνται με όρους υλικο-οικονομικούς (ως εργατικά χέρια και γηροκόμοι) και κοινωνικο-παραδοσιακούς (συνέχιση ονόματος, να μη θεωρηθεί το ζευγάρι αποτυχημένο στη ζωή). Αντιθέτως, όσο ανεβαίνει το μορφωτικό και οικονομικό επίπεδο, οι άνθρωποι κάνουν παιδιά κυρίως για λόγους ψυχολογικο-συναισθηματικούς. Το να κάνεις παιδί απαιτεί πλέον τεράστια συναισθηματική και χρονική επένδυση σε σύγκριση με το παρελθόν. Δεν είναι μόνο το ότι οι νέοι σήμερα δεν βγάζουν αρκετά χρήματα για να κάνουν περισσότερα παιδιά, αλλά και ότι κρίνουν ότι δεν τους αρκούν οι συναισθηματικοί και χρονικοί πόροι για να μεγαλώσουν ένα παιδί σωστά και υπεύθυνα με βάση τις νέες αντιλήψεις για την ανατροφή (και την αξία) των παιδιών».

ΠΗΓΗ-Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ