Δημογραφικό: Ο “σιωπηλός” θάνατος της Ελλάδας!
Η συζήτηση για το δημογραφικό επιστρέφει με επιτακτικότητα στο δημόσιο διάλογο, καθώς τα δεδομένα σκιαγραφούν μια πραγματικότητα που δύσκολα επιδέχεται παρερμηνείες.
Η Ελλάδα καταγράφει σταθερά μείωση πληθυσμού, με τις γεννήσεις να υποχωρούν και τον μέσο όρο ηλικίας να αυξάνεται, διαμορφώνοντας ένα περιβάλλον έντονης δημογραφικής πίεσης. Πρόκειται για μια εξέλιξη που δεν αφορά μόνο τους αριθμούς, αλλά αγγίζει τον πυρήνα της κοινωνικής και οικονομικής συνοχής.
Ανησυχητικά τα δεδομένα της ΕΛΣΤΑΤ για το δημογραφικό
Τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής δεν αφήνουν μεγάλα περιθώρια αισιοδοξίας. Το φυσικό ισοζύγιο παραμένει αρνητικό, με τους θανάτους να υπερβαίνουν συστηματικά τις γεννήσεις, ενώ η πληθυσμιακή γήρανση επιταχύνεται.
Πίσω από τους δείκτες αποτυπώνεται μια κοινωνία που αλλάζει ραγδαία. Λιγότερα παιδιά στα σχολεία, δημογραφική συρρίκνωση σε πολλές περιοχές της χώρας, μεταβαλλόμενες τοπικές κοινότητες και μια αγορά εργασίας που καλείται να προσαρμοστεί σε νέα δεδομένα.
Σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ (18 Δεκεμβρίου 2025), ο μόνιμος πληθυσμός της Ελλάδας την 1η Ιανουαρίου 2025 ανερχόταν σε 10.372.335 άτομα, καταγράφοντας οριακή μείωση 0,03% σε σχέση με το 2024, όταν ο πληθυσμός είχε αναθεωρηθεί σε 10.375.764.
Η πτωτική αυτή τάση οφειλόταν κυρίως στη φυσική μείωση του πληθυσμού, καθώς οι θάνατοι υπερείχαν σημαντικά των γεννήσεων. Η φυσική μείωση το 2024 ανήλθε σε 57.564 άτομα, αριθμός που ισοδυναμούσε με το μέγεθος ολόκληρης πόλης.
Παράλληλα, εξίσου ανησυχητικά είναι και τα δημογραφικά χαρακτηριστικά: Την 1η Ιανουαρίου του 2025 ο πληθυσμός ηλικίας 65 ετών και άνω αντιστοιχούσε στο 23,7%, ενώ τα παιδιά 0–14 ετών μόλις στο 12,8%.
Μπορεί αυτή η πορεία να αναστραφεί; Οι αριθμοί, πάντως, δείχνουν ότι το ζήτημα δεν προσφέρεται για αναβολές.
Στο πλαίσιο αυτό, το protothema.gr επικοινώνησε με τον Κωνσταντίνο Ζαφείρη, καθηγητή Δημογραφίας στο Τμήμα Ανθρωπιστικών Σπουδών του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης και μέλος του Ινστιτούτου Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, ο οποίος επιχείρησε να ξεκαθαρίσει τι πραγματικά κρύβουν οι αριθμοί, ποιοι παράγοντες οδηγούν στη συνεχιζόμενη πτώση των γεννήσεων και κατά πόσο υπάρχει ρεαλιστική δυνατότητα να αναστραφεί η τάση που φέρνει τη χώρα αντιμέτωπη με μια νέα δημογραφική πραγματικότητα.
«Αυτή τη στιγμή βρισκόμαστε σε μια κατάσταση όπου η γονιμότητα στη χώρα μας είναι εξαιρετικά χαμηλή. Είναι από τις χαμηλότερες στην Ευρώπη», σημειώνει αρχικά ο κ. Ζαφείρης, διευκρινίζοντας ότι η πτώση της γονιμότητας αποτελεί ευρύτερο ευρωπαϊκό φαινόμενο. Ωστόσο, στην ελληνική περίπτωση, η εικόνα είναι ακόμη πιο επιβαρυμένη.
«Ο δείκτης γονιμότητας βρίσκεται περίπου στο 1,24 παιδιά ανά γυναίκα, αριθμός ιδιαίτερα χαμηλός», αναφέρει, επισημαίνοντας ότι το πρόβλημα επιτείνεται από το γεγονός ότι «οι γυναίκες που βρίσκονται σε αναπαραγωγική ηλικία είναι πλέον λιγότερες».
Αυτό, όπως εξηγεί, σημαίνει πως «ακόμη και αν η γονιμότητα αυξηθεί, ο συνολικός αριθμός γεννήσεων θα παραμένει χαμηλός».
Την ίδια ώρα, όπως αναφέρει, «η μέση ηλικία απόκτησης παιδιού έχει ανέλθει περίπου στα 32 έτη, αριθμός που θεωρείται πολύ υψηλός σε σύγκριση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο».
Το «εκρηκτικό κοκτέιλ» της γήρανσης
Το δημογραφικό ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη χαμηλή γεννητικότητα. Ο καθηγητής περιγράφει μια χώρα που γερνά με ταχύ ρυθμό.
«Η Ελλάδα είναι ήδη μια ιδιαίτερα γερασμένη χώρα και οι προβλέψεις δείχνουν ότι η γήρανση θα συνεχιστεί τις επόμενες δεκαετίες», υπογραμμίζει μιλώντας στο protothema.gr. Παράλληλα, αν και το προσδόκιμο ζωής αυξάνεται, «δεν εξελίσσεται με τον ίδιο ρυθμό όπως σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες».
Συνοψίζοντας, κάνει λόγο για ένα «εκρηκτικό κοκτέιλ»: «Χαμηλή γονιμότητα, λίγες γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας και έντονη γήρανση οδηγούν με μαθηματική ακρίβεια σε μείωση και περαιτέρω γήρανση του πληθυσμού μέσα στα επόμενα 20 – 30 χρόνια».