ΔΕΕ: Το Δίκαιο της ΕΕ υπερισχύει των Εθνικών Συνταγμάτων (C-448/23-18/12/2025)
ΔΕΕ: Το Δίκαιο της ΕΕ υπερισχύει των Εθνικών Συνταγμάτων (C-448/23-18/12/2025)
Χ.ΤΣΙΛΙΩΤΗΣ: Η ΑΠΟΦΑΣΗ ΤΟΥ ΔΕΕ ΤΗΣ 18.12.2025 C‑448/23) – ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΗΣ ΕΕ ΑΠΕΦΑΝΘΗ ΥΠΕΡ ΤΗΣ ΥΠΕΡΟΧΗΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΟΥ ΤΗΣ ΕΕ ΕΝΑΝΤΙ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΓΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΚΡΑΤΩΝ ΜΕΛΩΝ
Ι. Πρόλογος
Η απόφαση του ΔΕΕ επί μίας ακόμα προσφυγής επί παραβάσει κατά το άρθρο 258 ΣΛΕΕ της Επιτροπής κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας[1] αποτελεί μία πραγματικά ιστορική απόφαση στα δικαστικά χρονικά των ΕΚ/ΕΕ. Είναι η πρώτη απόφαση του ΔΕΕ που εκδίδεται επί προσφυγής επί παραβάσει της Επιτροπής κατά κράτους μέλους, η οποία παράβαση συνίσταται όχι σε πράξεις της νομοθετικής ή της εκτελεστικής εξουσίας αλλά της δικαστικής[2] και δη του Συνταγματικού Δικαστηρίου κράτους μέλους[3], οι αποφάσεις του οποίου μάλιστα αμφισβητούν τις αποφάσεις του ιδίου του ΔΕΕ και βασικές αρχές του Ενωσιακού Δικαίου, όπως η αρχή της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου έναντι του δικαίου των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένου και του Συντάγματος, της αυτοτέλειας, της αποτελεσματικότητας και της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης, ενώ προσέτι συνιστούν και παραβίαση της δεσμευτικότητας των αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ένωσης[4].
ΙΙ. Το αντικείμενο της δίκης
1. Οι επίμαχες αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας
Το επίδικο στην εν λόγω δίκη και απόφαση του ΔΕΕ ήταν δύο αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου της Πολωνίας (Trybunał Konstytucyjny), της 14.7.2021 και 7.10.2021 με τις οποίες προσάπτονται στη Δημοκρατία της Πολωνίας παραβάσεις του πρωτογενούς και δη του Συνταγματικού Ενωσιακού Δικαίου που συνιστούν άμεση και κατά μέτωπο επίθεση κατά της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης εκ μέρους του Συνταγματικού Δικαστηρίου, στο όνομα του Συντάγματος της Δημοκρατίας της Πολωνίας, προς χάριν της συνταγματικής ταυτότητας του εν λόγω κράτους μέλους. Η υπό κρίση υπόθεση επαναφέρει το Ενωσιακό Δίκαιο στο επίκεντρο των συζητήσεων σχετικά με τη φύση των Συνθηκών της Ευρωπαϊκής Ένωσης και την αυτοτέλεια της έννομης τάξης της. Θέτει ζητήματα σχετικά με την πολύπλοκη αλληλεπίδραση μεταξύ της αρχής της υπεροχής του δικαίου της Ένωσης και της εθνικής ταυτότητας των κρατών μελών, όπως κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ[5].
Με την πρώτη απόφασή του το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας (σε σχηματισμό Τμήματος) εξέτασε το νομικό ζήτημα που υπέβαλε το πειθαρχικό τμήμα του Ανώτατου Δικαστηρίου της Πολωνίας σχετικά με τη συμβατότητα προς το Σύνταγμα των προσωρινών μέτρων που επιβλήθηκαν στη Δημοκρατία της Πολωνίας με τη διάταξη του ΔΕΕ της 8ης Απριλίου 2020 στην υπόθεση C‑791/19 R Επιτροπή κατά Πολωνίας, περί αναστολής της εφαρμογής των νομοθετικών διατάξεων που αναθέτουν στο πειθαρχικό τμήμα την αρμοδιότητα επί των πειθαρχικών υποθέσεων που αφορούν δικαστές.
Το Συνταγματικό Δικαστήριο δέχθηκε, μεταξύ άλλων, ότι τα προσωρινά μέτρα που επέβαλε το Δικαστήριο δυνάμει του άρθρου 279 ΣΛΕΕ, σύμφωνα με την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας που προβλέπεται στο άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ, μπορούν να εφαρμοστούν άμεσα από τα όργανα κράτους μέλους, ιδίως από τα δικαστήρια, αλλά μόνον εφόσον καλύπτονται από την αρχή της δοτής αρμοδιότητας, σέβονται τη συνταγματική ταυτότητα του κράτους μέλους και συνάδουν προς τις αρχές της επικουρικότητας και της αναλογικότητας. Ωστόσο, το Συνταγματικό Δικαστήριο έκρινε ότι τα προσωρινά μέτρα που προέβλεπε η διάταξη στην ως άνω υπόθεση Επιτροπή κατά Πολωνίας, σχετικά με την οργάνωση και τη λειτουργία των πολωνικών δικαστηρίων και τη διαδικασία ενώπιόν τους, παραβίαζαν την αρχή της δοτής αρμοδιότητας που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 1 ΣΕΕ, έθιγαν την πολωνική συνταγματική ταυτότητα που κατοχυρώνεται στο άρθρο 4 παρ. 2, ΣΕΕ και ήταν ασύμβατα προς τη συνταγματική αρχή του δημοκρατικού κράτους δικαίου που κατοχυρώνεται στο άρθρο 2 του πολωνικού Συντάγματος. Συνακόλουθα, το πολωνικό Συνταγματικό Δικαστήριο, επιβεβαιώνοντας την υπεροχή του Συντάγματος ως ανώτατης πηγής δικαίου στην Πολωνία, έκρινε ότι, στο μέτρο που το ΔΕΕ επέβαλε ultra vires υποχρεώσεις στην Δημοκρατίας της Πολωνίας, διατάσσοντας προσωρινά μέτρα σχετικά με την οργάνωση και την αρμοδιότητα των πολωνικών δικαστηρίων και τη διαδικασία ενώπιόν τους, το άρθρο 4 παρ. 3 εδ. β ΣΕΕ, που κατοχυρώνει την αρχή της καλόπιστης συνεργασίας μεταξύ Ένωσης και κρατών μελών και κατά το ίδιο το ΔΕΕ αποτελεί την sedes materiae της αρχής της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου έναντι του εσωτερικού δικαίου των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων και των Συνταγμάτων τους[6], σε συνδυασμό με το άρθρο 279 ΣΛΕΕ ήταν αντίθετο προς σειρά διατάξεων του πολωνικού Συντάγματος. Ως εκ τούτου κατά την απόφαση της 14ης Ιουλίου 2021 οι κανόνες που δημιούργησε το Δικαστήριο θεσπίσθηκαν ultra vires και ήταν αντίθετοι προς το πολωνικό Σύνταγμα και συνακόλουθα δεν έπρεπε να ισχύσουν οι αρχές της υπεροχής και του άμεσου αποτελέσματος του δικαίου της Ένωσης στο έδαφος της Δημοκρατίας της Πολωνίας.
Στις 7 Οκτωβρίου 2021 η ολομέλεια του Συνταγματικού Δικαστηρίου εξέδωσε απόφαση στην υπόθεση K 3/21 δεχόμενη τα κάτωθι:
1. Το άρθρο 1 εδ. α΄ και β΄ ΣΕΕ σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 3 ΣΕΕ, στο μέτρο που η Ευρωπαϊκή Ένωση, την οποία ίδρυσαν ισότιμα και κυρίαρχα κράτη, δημιουργώντας «μια διαρκώς στενότερη ένωση των λαών της Ευρώπης», της οποίας η ολοκλήρωση, με βάση το δίκαιο της […] Ένωσης και την ερμηνεία του από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προχωρά σε ένα “νέο στάδιο”, στο οποίο:
a) τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ενεργούν εκτός των ορίων των αρμοδιοτήτων που τους έχει απονείμει η Δημοκρατία της Πολωνίας με τις Συνθήκες·
b) το Σύνταγμα δεν είναι ο υπέρτατος νόμος της Δημοκρατίας της Πολωνίας, ο οποίος υπερέχει ως προς την ισχύ και την εφαρμογή του·
c) η Δημοκρατία της Πολωνίας δεν μπορεί να λειτουργήσει ως κυρίαρχο και δημοκρατικό κράτος, αντιβαίνει σε θεμελιώδεις διατάξεις του πολωνικού Συντάγματος.
2. Το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. β΄ ΣΕΕ, κατά το μέτρο που, για την εξασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης, απονέμει στα εθνικά δικαστήρια (τακτικά δικαστήρια, διοικητικά δικαστήρια, στρατιωτικά δικαστήρια και στο Ανώτατο Δικαστήριο) αρμοδιότητα:
a) να μη λαμβάνουν υπόψη, κατά την έκδοση των αποφάσεών τους, διατάξεις του πολωνικού Συντάγματος, αντιβαίνει σε σειρά διατάξεων του πολωνικού Συντάγματος·
b) να βασίζουν τις αποφάσεις τους σε διατάξεις οι οποίες, αφού καταργήθηκαν από τη Δίαιτα (σ.σ. την πολωνική Κάτω Βουλή) και/ή κρίθηκαν από το Συνταγματικό Δικαστήριο ως αντίθετες προς το Σύνταγμα, δεν ισχύουν πλέον, αντιβαίνει σε σειρά διατάξεων του πολωνικού Συντάγματος.
3. Τα άρθρα 19 παρ. 1 εδ. β΄ και 2 ΣΕΕ (αξίες της ΕΕ), κατά το μέτρο που, για την εξασφάλιση αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους τομείς που διέπονται από το δίκαιο της Ένωσης και για τη διασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης, απονέμουν στα εθνικά δικαστήρια (τακτικά δικαστήρια, διοικητικά δικαστήρια, στρατιωτικά δικαστήρια και στο Ανώτατο Δικαστήριο) αρμοδιότητα:
a) να ελέγχουν τη νομιμότητα της διαδικασίας διορισμού των δικαστών, συμπεριλαμβανομένης της νομιμότητας της πράξης με την οποία ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Πολωνίας διορίζει δικαστή,
b) να ελέγχουν τη νομιμότητα πορίσματος με το οποίο το Krajowa Rada Sądownictwa [Εθνικό Δικαστικό Συμβούλιο, Πολωνία, στο εξής: KRS] υποβάλλει στον Πρόεδρο της Δημοκρατίας πρόταση διορισμού δικαστή,
c) να αποφαίνονται επί των πλημμελειών της διαδικασίας διορισμού δικαστή και, κατά συνέπεια, να αρνούνται να αναγνωρίζουν την ιδιότητα του δικαστή σε πρόσωπο που διορίστηκε ως δικαστικός λειτουργός σύμφωνα με το άρθρο 179 του Συντάγματος, αντιβαίνουν σε σειρά θεμελιωδών διατάξεων του Συντάγματος.
Το πλήρες κείμενο αμφοτέρων των αποφάσεων δημοσιεύθηκε τον Νοέμβριο του 2022.
2. Η προσφυγή επί παραβάσει κατ’ άρθρο 258 ΣΛΕΕ της Επιτροπής κατά της Δημοκρατίας της Πολωνίας
Με τις παραπάνω αποφάσεις του το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας έθετε όχι απλά υπό αμφισβήτηση αλλά εκποδών βασικές διατάξεις και αρχές του Ενωσιακού Δικαίου, συνταγματικού χαρακτήρα, επικαλούμενο όχι μόνο διατάξεις του πολωνικού Συντάγματος αλλά και του Ενωσιακού Δικαίου όπως η αρχή της δοτής αρμοδιότητας του άρθρου 4 παρ 1 ΣΕΕ, η συνταγματική ταυτότητα της παρ. 2 του ιδίου άρθρου και η αρχή της καλόπιστης συνεργασίας της παρ. 3 αυτού. Κατόπιν τούτων η Επιτροπή κίνησε την διαδικασία του άρθρου 258 ΣΛΕΕ και εν τέλει κατέθεσε τον Φεβρουάριο του 2023 προσφυγή επί παραβάσει ενώπιον του ΔΕΕ επικαλούμενη ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας με τις ως άνω αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου,
– λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας του Συντάγματος από το Συνταγματικό Δικαστήριο στις επίμαχες αποφάσεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19 παρ. 1εδ. β΄ ΣΕΕ·
– λαμβανομένης υπόψη της ερμηνείας του Συντάγματος από το Συνταγματικό Δικαστήριο στις επίμαχες αποφάσεις, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από τις γενικές αρχές της αυτοτέλειας, της υπεροχής, της αποτελεσματικότητας και της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης και δεν έλαβε υπόψη την αρχή της δεσμευτικής ισχύος των αποφάσεων του Δικαστηρίου·
– δεδομένου ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο, λόγω των πλημμελειών των διαδικασιών διορισμού τριών δικαστών του τον Δεκέμβριο του 2015 και της διαδικασίας διορισμού της προέδρου του τον Δεκέμβριο του 2016, δεν πληροί τις απαιτήσεις περί ανεξάρτητου και αμερόληπτου δικαστηρίου που έχει προηγουμένως συσταθεί νομίμως, παρέβη τις υποχρεώσεις που υπέχει από το άρθρο 19 παρ. 1 εδ. β΄ ΣΕΕ.
ΙΙΙ. Οι παραδοχές του ΔΕΕ
Επί της προσφυγής αυτής το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να πάρει εκτενώς για άλλη μια φορά θέση επί των αρχών της αυτονομίας, της υπεροχής, της αποτελεσματικότητας και της ομοιόμορφης εφαρμογής του δικαίου της Ένωσης[7] εκθέτοντας τις κάτωθι εξαιρετικά ενδιαφέρουσες για το Συνταγματικό Δίκαιο της ΕΕ παραδοχές:

1. Επί της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου
Το Δικαστήριο δέχεται ότι η αιτίαση ότι ένα κράτος μέλος παραβίασε τις ως άνω αρχές μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο προσφυγής επί παραβάσει του άρθρου 258 ΣΛΕΕ[8].
Το Δικαστήριο έχει σύμφωνα με πάγια νομολογία την αρμοδιότητα της αποκλειστικής ερμηνείας του Ενωσιακού Δικαίου[9].
2. Δικαίωμα αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και αρχή ανεξάρτητου και αμερόληπτου Δικαστηρίου ως συστατικά στοιχεία της αρχής του Κράτους Δικαίου που αποτελεί αξία της ΕΕ κατ’ άρθρο 2 ΣΕΕ
Αν και η Δικαιοσύνη αποτελεί αντικείμενο αρμοδιοτήτων των κρατών μελών, παρ’ όλα αυτά τα τελευταία κατά την άσκηση αυτών των αρμοδιοτήτων τους πρέπει να σέβονται και να εφαρμόζουν το Ενωσιακό Δίκαιο και ιδία εν προκειμένω τα άρθρα 2, 4 παρ. 3, 19 παρ. 1 ΣΕΕ και 47 ΧΘΔΕΕ[10] και τα κράτη μέλη θα πρέπει να φροντίζουν η άσκηση των εν λόγω αρμοδιοτήτων τους να μην παραβιάζει τις παραπάνω διατάξεις[11]. Το τελευταίο μπορεί να συμβεί ιδίως κατά την διαδικασία επιλογής και διορισμού των δικαστών[12]. Η αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας και της δίκαιης δίκης αποτελεί μία από τις θεμελιωδέστερες αρχές του Κράτους Δικαίου ως αξίας της Ένωσης κατ’ άρθρο 2 ΣΕΕ και κατοχυρώνεται πέραν αυτής της διάταξης στα άρθρα 19 παρ. 1 ΣΕΕ και 47 ΧΘΔΕΕ, το οποίο ανταποκρίνεται στο αντίστοιχο δικαίωμα του άρθρου 6 παρ. 1 ΕΣΔΑ (πρβλ. άρθρο 52 παρ. 3 ΧΘΔΕΕ)[13]. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται και η αρχή ενός αμερόληπτου και ανεξάρτητου δικαστηρίου, που αποτελεί συστατικό και ουσιαστικό στοιχείο του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και σε αποτελεσματική δικαστική προστασία σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις της ΣΕΕ, του ΧΘΔΕΕ και της ΕΣΔΑ. Γι αυτό τα κράτη μέλη πρέπει να φροντίζουν οι δικαστές που επιλέγονται και διορίζονται για την άσκηση των καθηκόντων τους να πληρούν τις παραπάνω αρχές[14]. Για να εξασφαλιστεί η κατά το άρθρο 19 παρ. 1 ΣΕΕ ενιαία εφαρμογή του Ενωσιακού Δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη, δεν επιτρέπεται οι παραπάνω αρχές και απαιτήσεις να εξαρτώνται από την ερμηνεία εθνικών διατάξεων ούτε από την ερμηνεία ρυθμίσεων του Ενωσιακού Δικαίου από εθνικά δικαστήρια, που δεν ανταποκρίνονται στην ερμηνεία που δίνει στις ρυθμίσεις αυτές το ΔΕΕ[15]. Βασικός πυλώνας της εξασφάλισης αυτής της ενιαίας ερμηνείας και εφαρμογής του Ενωσιακού Δικαίου από το ΔΕΕ αποτελεί ο θεσμός της προδικαστικής παραπομπής εθνικού δικαστηρίου προς το ΔΕΕ κατά το άρθρο 267 ΣΛΕΕ[16]. Εν συνεχεία μετά την απόφαση του ΔΕΕ επί του αιτήματος της προδικαστικής παραπομπής των εθνικών δικαστηρίων είναι τα τελευταία υποχρεωμένα στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους να εφαρμόζουν το Ενωσιακό Δίκαιο και να μεριμνούν για την πλήρη ισχύ των απαιτήσεών του με το να αφήνουν ανεφάρμοστη εξαιτίας του άμεσου αποτελέσματος μίας ενωσιακής ρύθμισης εάν είναι αναγκαίο κάθε εθνική ρύθμιση που αντίκειται στο Ενωσιακό Δίκαιο[17]. Τοιουτρόπως απαιτεί η αρχή της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου στην περίπτωση μίας διαπιστωθείσης παραβίασης του άρθρου 19 παρ. 1 εδ. β΄ ΣΕΕ όπως τα εθνικά δικαστήρια στο πλαίσιο της αρμοδιότητάς τους να εφαρμόζουν το Ενωσιακό Δίκαιο, όταν ενεργούν δηλ. και ως ενωσιακά δικαστήρια, αυτεπαγγέλτως να μην εφαρμόζουν εθνικές ρυθμίσεις που αντιβαίνουν στο άρθρο 19 παρ. 1 εδ. β΄ ΣΕΕ, ανεξάρτητα από το εάν οι εθνικές αυτές ρυθμίσεις έχουν νομοθετικό ή συνταγματικό χαρακτήρα, χωρίς να επιζητούν ή αναμένουν την κατάργηση των αντιενωσιακών ρυθμίσεων μέσω της νομοθετικής ή οποιασδήποτε άλλης συνταγματικής διαδικασίας[18]. Η εκπλήρωση αυτής της υποχρέωσης για ένα εθνικό δικαστήριο να εφαρμόζει κάθε ρύθμιση του Δικαίου της ΕΕ με άμεσο αποτέλεσμα απεριόριστα είναι εκ των ων ουκ άνευ για την εξασφάλιση της από το άρθρο 19 παρ. 1 ΣΕΕ επιβαλλόμενης πλήρους εφαρμογής του Ενωσιακού Δικαίου σε όλα τα κράτη μέλη[19].
Συνεπεία των ανωτέρω κάθε ρύθμιση μίας εθνικής έννομης τάξης ή της νομοθετικής, διοικητικής ή δικαστικής πρακτικής, η οποία οδηγεί σε αποδυνάμωση του αποτελέσματος του Ενωσιακού Δικαίου μέσω της άρνησης στο αρμόδιο δικαστήριο να ασκήσει την παραπάνω αρμοδιότητά του, να πράξει το καθετί για να παραμερίσει την αντιενωσιακή εθνική ρύθμιση, είναι ασύμβατη με τις στην φύση του Ενωσιακού Δικαίου εμπεριεχόμενες απαιτήσεις[20].
3. Νομική φύση της Ένωσης και αρχή της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου
Εν συνεχεία το Δικαστήριο υπεισέρχεται σε θέματα της νομικής φύσης της Ένωσης και των Συνθηκών για να καταδείξει την αυτονομία τους.
Οι Συνθήκες αποτελούν το συνταγματικό κείμενο της ΕΕ παρά το γεγονός ότι έχουν συναφθεί υπό την μορφή διεθνών συνθηκών[21]. Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει την πάγια και σταθερή νομολογία του από την απόφαση Van Gend en Loos[22] για την αυτονομία της κοινοτικής/ενωσιακής έννομης τάξης έναντι του κλασικού Διεθνούς Δικαίου και των διεθνών συνθηκών ότι οι κοινοτικές Συνθήκες σε αντίθεση με τις συνηθισμένες διεθνείς συνθήκες δημιούργησαν μία νέα έννομη τάξη, η οποία από την θέση σε ισχύ των συνθηκών έγινε αποδεκτή από το νομικό σύστημα των κρατών μελών και είναι αποφασιστικής σημασίας για τα εθνικά δικαστήρια. Τα κράτη μέλη περιόρισαν στις από τις Συνθήκες καθορισμένες περιοχές τα κυριαρχικά τους δικαιώματα υπέρ της νέας αυτόνομης έννομης τάξης, η οποία είναι εξοπλισμένη με τα δικά της όργανα και της οποίας τα υποκείμενα δικαίου δεν είναι μόνο αυτά αλλά και οι ιδιώτες[23]. Αυτή η εξελισσόμενη με τις αλλεπάλληλες τροποποιήσεις των Συνθηκών, τελευταία με την Συνθήκη της Λισαβώνας, έννομη τάξη έχει εξοπλιστεί με ίδιο συνταγματικό πλαίσιο και δικές της θεμελιώδεις αρχές συνταγματικού χαρακτήρα και απολαμβάνει αυτονομίας τόσο έναντι της έννομης τάξης των κρατών μελών όσο και έναντι της διεθνούς έννομης τάξης[24].
Η εν λόγω αυτόνομη ενωσιακή έννομη τάξη περιέχει σημαντικά χαρακτηριστικά όπως η υπεροχή της έναντι του δικαίου των κρατών μελών και το άμεσο αποτέλεσμα για τους πολίτες των κρατών μελών και για τα ίδια μίας σειράς ισχυουσών ρυθμίσεων. Τα εν λόγω χαρακτηριστικά έχουν οδηγήσει σε ένα δομημένο δίκτυο συμπλεκόμενων μεταξύ τους αρχών, κανόνων και εννόμων σχέσεων, οι οποίες δεσμεύουν αμοιβαία την ίδια την Ένωση και τα κράτη μέλη της όπως και τα κράτη μέλη μεταξύ τους[25].
Η αρχή της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου, την οποία το τότε ΔΕΚ συνέλαβε στην απόφασή του Costa/Enel[26] και έκτοτε εξέλιξε σε σταθερή νομολογία ως υπαρξιακής για την κοινοτική/ενωσιακή έννομη τάξη αλλά και το κοινοτικό/ενωσιακό φαινόμενο φύσης θεμελιώδη αρχή, εξασφαλίζει την ομοιόμορφη εφαρμογή του Ενωσιακού Δικαίου εντός της Ένωσης και των κρατών μελών και απαγορεύει στα κράτη μέλη να επικαλούνται κάθε φορά το εθνικό τους δίκαιο έναντι του Ενωσιακού ή να θέτουν κανόνες αντίθετους προς το Ενωσιακό Δίκαιο. Διαφορετικά το τελευταίο θα έχανε τον χαρακτήρα του ως τέτοιο και τόσο η νομική βάση της Κοινότητας/Ένωσης θα ετίθετο εν αμφιβόλω όσο και θα διακινδυνευόταν η πραγματοποίηση των σκοπών των Συνθηκών, εάν κάθε φορά κάθε κράτος μέλος αντέτασσε το εθνικό του δίκαιο έναντι του Ενωσιακού[27]. Η αρχή της υπεροχής έχει επεκταθεί, επίσης κατά πάγια νομολογία του Δικαστηρίου[28], και έναντι των Συνταγμάτων και γενικότερα κανόνων συνταγματικής ισχύος των κρατών μελών[29].
4. Η εθνική ταυτότητα των κρατών μελών κατ’ άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ
Το Δικαστήριο επισημαίνει ενόψει της εθνικής ταυτότητας των κρατών μελών, την οποία επικαλέστηκε στις δύο επίμαχες αποφάσεις του το πολωνικό Συνταγματικό Δικαστήριο ότι το άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ ναι μεν κατοχυρώνει την ισότητα των κρατών μελών έναντι της Ένωσης αλλά η Ένωση μόνο τότε μπορεί να σέβεται την ισότητα αυτήν όταν κατά την αρχή της υπεροχής είναι αδύνατο στα κράτη μέλη να επιβάλουν μονομερώς εναντίον της ενωσιακής έννομης τάξης ένα μέτρο οποιασδήποτε μορφής[30]. Υπό αυτή την έννοια πρέπει να γίνει δεκτό ότι η ενιαία εφαρμογή της αρχής της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου αποτελεί θεμελιώδες προαπαιτούμενο της ενωσιακής έννομης τάξης. Μία τέτοια αναγκαιότητα είναι συστατικό και απαραίτητο στοιχείο του πυρήνα μίας Κοινότητας Δικαίου, για να εξασφαλίσει την τήρηση της ισότητας των κρατών μελών ενώπιον των Συνθηκών και συνακόλουθα της εθνικής τους ταυτότητας[31].
5. Οι αξίες της ΕΕ κατ’ άρθρο 2 ΣΕΕ
Εν συνεχεία η απόφαση καταπιάνεται με την ερμηνεία και την νομική φύση του άρθρου 2 ΣΕΕ περί των αξιών της Ένωσης ότι οι αξίες αυτές, μεταξύ των οποίων και η αρχή του Κράτους Δικαίου χαρακτηρίζουν θεμελιωδώς την ΕΕ και είναι κοινές στα κράτη μέλη[32]. Οι αξίες της Ένωσης αποτελούν ειδικά και ουσιαστικά χαρακτηριστικά του Ενωσιακού Δικαίου, τα οποία σχετίζονται με την νομική ιδιαιτερότητα της Ένωσης και προκύπτουν από την αυτονομία την οποία αυτή απολαμβάνει έναντι των κρατών μελών και της διεθνούς έννομης τάξης[33]. Το άρθρο 2 ΣΕΕ δεν περιλαμβάνει απλά την απαρίθμηση πολιτικών κατευθύνσεων ή προθέσεων αλλά περιέχει αξίες, οι οποίες δίνουν στην Ένωση ως κοινότητα δικαίου υπόσταση με το να κατοχυρώνονται στο Ενωσιακό Δίκαιο ως αρχές που περιέχουν νομικά δεσμευτικές υποχρεώσεις για τα κράτη μέλη. Σύμφωνα με το άρθρο 49 ΣΕΕ τα υποψήφια κράτη για ένταξη στην ΕΕ θα πρέπει ως απαράβατη προϋπόθεση για την ένταξή τους μεταξύ άλλων να σέβονται τις αξίες της Ένωσης κατ’ άρθρο 2 ΣΕΕ. Η υποχρέωση αυτή δεν εξαντλείται με την ένταξή τους στην ΕΕ, αλλά παραμένει συνεχής και αδιατάρακτη καθ’ όλη την διάρκεια της συμμετοχής τους στην ΕΕ όπως και για τα υπόλοιπα κράτη μέλη[34]. Στο πλαίσιο αυτό τα υπό ένταξη κράτη αναλαμβάνουν την υποχρέωση όπως και τα υπόλοιπα κράτη μέλη να μην μειώσουν το επίπεδο της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης εντός του εσωτερικού τους θεσπίζοντας κανόνες ή ερμηνεύοντας τους υπάρχοντες κατά τρόπο που θα υπονομεύουν και θα έρχονται σε αντίθεση με την δικαστική ανεξαρτησία ως συστατικό στοιχείο της αρχής του κράτους δικαίου που αποτελεί αξία της Ένωσης κατ’ άρθρο 2 ΣΕΕ και εξειδικεύεται στο άρθρο 19 παρ. 1 εδ. β΄ ΣΕΕ[35].
Ο σεβασμός από την Ένωση της εθνικής ταυτότητας των κρατών μελών κατά το άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ δεν σημαίνει ότι τα τελευταία θα εφαρμόζουν τις αξίες της ΕΕ κατά το δοκούν και κατά τρόπο διαφορετικό μεταξύ τους, ακόμα κι αν αναγνωρίζεται σε αυτά ένα πεδίο ελεύθερης διαμόρφωσης αυτών. Το πεδίο αυτό, όμως, βρίσκει τα όριά του στις κοινές συνταγματικές παραδόσεις των κρατών μελών, από τις οποίες προέρχονται οι αξίες της Ένωσης, ιδίως η αρχή του Κράτους Δικαίου[36]. Με άλλα λόγια η εθνική ταυτότητα των κρατών μελών όχι μόνο δεν μπορεί να έρχεται σε αντίθεση με τις αξίες της Ένωσης αλλά διαμορφώνεται από τις αξίες αυτές, το άρθρο 2 ΣΕΕ δεν μπορεί να υποχωρεί έναντι του άρθρου 4 παρ. 2 ΣΕΕ αλλά το άρθρο 4 παρ. 2 ΣΕΕ θα πρέπει να ερμηνεύεται υπό το φως του άρθρου 2 ΣΕΕ και των εκεί περιεχομένων αξιών.
Περαιτέρω, τα κράτη μέλη πέραν του σεβασμού της αρχής της υπεροχής και των αξιών της Ένωσης, ιδία δε της αρχής της δικαστικής ανεξαρτησίας ως συστατικού στοιχείου της αρχής του κράτους δικαίου, πρέπει να τηρούν και την αρχή της αποτελεσματικής εφαρμογής του Ενωσιακού Δικαίου, που αποτελεί συμπλήρωμα της αρχής της υπεροχής και προϋπόθεση για την πλήρη εφαρμογή της[37].
Όσον αφορά την τρίτη ένδικη αιτίαση της Επιτροπής ότι το Συνταγματικό Δικαστήριο της Πολωνίας δεν έχει τα εχέγγυα του ανεξάρτητου και αμερόληπτου Δικαστηρίου υπό την έννοια των άρθρων 19 παρ. 1 ΣΕΕ και 47 ΧΘΔΕΕ το ΔΕΕ έκρινε τα ακόλουθα:
Το Δικαστήριο επαναλαμβάνει την νομολογία του για την έννοια του ανεξάρτητου, αμερόληπτου και νομίμως συγκροτημένου δικαστηρίου, που αποτελούν θεμελιώδη στοιχεία του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη κατά το άρθρο 47 ΧΘΔΕΕ.
6. Η ελάσσων πρόταση της απόφασης
Κατά την ελάσσονα πρόταση της απόφασης το Δικαστήριο δέχεται ότι η Δημοκρατία της Πολωνίας δεσμεύεται από τις αξίες της Ένωσης όχι μόνο ως προϋπόθεση για την ένταξή της στην ΕΕ με την Συνθήκη Προσχώρησης του 2003, ύστερα από ελεύθερη δική της επιλογή, αλλά και καθ’ όλη την διάρκεια της παραμονής της στην Ένωση. Τόσο η ερμηνεία διατάξεων του πολωνικού Συντάγματος στις δύο επίμαχες αποφάσεις του Συνταγματικού Δικαστηρίου όσο και το διατακτικό αυτών παραβιάζουν τόσο τις δεσμεύσεις που ανέλαβε ελεύθερα η Πολωνία από την Συνθήκη Προσχώρησης όσο και τα άρθρα 2, 4 παρ. 3 και 19 παρ. 1 εδ. β΄ ΣΕΕ, 279 ΣΛΕΕ, σε συνδυασμό με τις αρχές της υπεροχής, της αυτονομίας, της αποτελεσματικότητας και της ομοιόμορφης εφαρμογής του Ενωσιακού Δικαίου. Η εναγόμενη Πολωνία δεν μπορεί να επικαλείται τη συνταγματική ταυτότητά της για να αποφύγει τη συμμόρφωση προς τις κοινές αξίες του άρθρου 2 ΣΕΕ, όπως το κράτος δικαίου, η αποτελεσματική δικαστική προστασία και η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης[38].
Το Δικαστήριο στο διατακτικό του δέχεται ότι η Δημοκρατίας της Πολωνίας υπέπεσε και στις τρεις παραβάσεις του Ενωσιακού Δικαίου που επικαλείται στην προσφυγή της η Επιτροπή και την καταδίκασε στα δικαστικά έξοδα.

IV. Eκτίμηση
Η απόφαση αυτή δεν είναι μόνο ιστορική για τους παραπάνω εκτεθέντες λόγους αλλά και εξόχως σημαντική για το Ενωσιακό Συνταγματικό Δίκαιο. Αποτελεί την επιτομή των βασικών αρχών και κανόνων του Ενωσιακού Συνταγματικού Δικαίου, όπως αυτό άρχισε νομολογιακά να διαμορφώνεται από τις θεμελιακές αποφάσεις της πρώιμης κοινοτικής περιόδου Van Gend en Loos και Costa/Enel. Αποτελεί την βροντερή απάντηση του ΔΕΕ στην αμφισβήτηση της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου έναντι των Συνταγμάτων των κρατών μελών από Συνταγματικά και Ανώτατα Δικαστήρια ορισμένων κρατών μελών. Το Δικαστήριο επιβεβαιώνει για άλλη μία φορά ότι για τα θέματα Ενωσιακού Δικαίου, συμπεριλαμβανομένου και του καταμερισμού αρμοδιοτήτων μεταξύ Ένωσης και κρατών μελών είναι το αποκλειστικά αρμόδιο. Ούτε η θεωρία ultra vires που ξεκίνησε με την νομολογία του ΓΟΣΔ με την απόφαση της Συνθήκης της Λισαβόνας[39] και επεκτάθηκε εν είδει «μεταδοτικής ασθένειας» και σε Συνταγματικά και Ανώτατα Δικαστήρια άλλων κρατών μελών[40], ούτε η εθνική ταυτότητα, που δεν ταυτίζεται με την συνταγματική ταυτότητα των κρατών μελών, υπό την έννοια του άρθρου 4 παρ. 2 ΣΕΕ μπορούν να θέσουν εν αμφιβόλω την αρχή της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου και τις αξίες της Ένωσης κατά το άρθρο 2 ΣΕΕ, ιδία δε της δικαστικής ανεξαρτησίας η οποία αναγνωρίζεται από το ΔΕΕ ως συστατικό στοιχείο της αρχής του Κράτους Δικαίου, και άλλες θεμελιώδεις αρχές του Ενωσιακού Δικαίου όπως η αρχή της αυτονομίας της ενωσιακής έννομης τάξης και της ομοιόμορφης εφαρμογής του Ενωσιακού Δικαίου στις έννομες τάξεις της ΕΕ και των κρατών μελών. Το Ενωσιακό Δίκαιο εφαρμόζεται ακόμα και σε περιοχές που τα κράτη μέλη έχουν επιφυλάξει δι εαυτόν την αρμοδιότητα, ακόμα και σε αυτές που ανήκουν στον σκληρό πυρήνα της κυριαρχίας όπως η δικαστική εξουσία[41] αλλά και σε άλλους τομείς όπως ο αθλητισμός[42], οι ένοπλες δυνάμεις[43], η χορήγηση ιθαγένεια[44], η εκπαίδευση[45] και ο γάμος[46]. Χρέος του εθνικού δικαστή όταν ενεργεί ως ενωσιακός δικαστής είναι να εξασφαλίζει την υπεροχή του Ενωσιακού Δικαίου έναντι του εθνικού δικαίου, ανεξαρτήτως τυπικής ισχύος των κανόνων του, ακόμη κι αυτών συνταγματικής περιωπής, καθήκον που προκύπτει από τα άρθρα 19 παρ. 1 ΣΕΕ και 267 ΣΛΕΕ.
Η απόφαση αυτή είναι εξόχως σημαντική και για την χώρα μας, στην οποία εσχάτως η αρχή της υπεροχής του Ενωσιακού Δικαίου έναντι του Συντάγματος αμφισβητείται από και προς διάφορες κατευθύνσεις (πρβλ. άρθρο 16 παρ. 5 και 8, άρθρο 86 Σ).