Χατζηδάκης: Να κατοχυρωθεί στο Σύνταγμα το «φρένο» σε έλλειμμα και χρέος
Την πρόταση για συνταγματική κατοχύρωση «φρένου» στην αύξηση του ελλείμματος και του χρέους διατύπωσε ο Κ. Χατζηδάκης, θέτοντας τη δημοσιονομική πειθαρχία στο επίκεντρο της επικείμενης αναθεώρησης
Τρεις παρεμβάσεις που θα έπρεπε να προχωρήσουν στο πλαίσιο της Συνταγματικής αναθεώρησης ανέδειξε ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, σε συνέντευξη στο ραδιόφωνο του ΣΚΑΪ.
Πρόκειται, όπως είπε, για θέματα μείζονος σημασίας, για τα οποία πρέπει να αξιοποιηθεί η ευκαιρία της Συνταγματικής αναθεώρησης, τα οποία είναι τα εξής:
- Δημοσιονομικός κανόνας: «Να βάλουμε στο Σύνταγμα την υποχρέωση όλων των κυβερνήσεων να μην αυξάνεται το έλλειμμα και το χρέος και να περνάει το κόστος στις επόμενες γενιές. Προκειμένου να ορθοποδήσει η χώρα και να μην έχουμε τον κίνδυνο του Σίσυφου. Το ΠΑΣΟΚ τουλάχιστον, που είχε εργαστεί για τη δημοσιονομική σταθεροποίηση της χώρας στην περίοδο της κυβέρνησης Σαμαρά-Βενιζέλου, θα πρέπει να βοηθήσει προς αυτή την κατεύθυνση», ανέφερε ο Κωστής Χατζηδάκης.
- Μονιμότητα και αξιολόγηση στο Δημόσιο. «Θέλουμε, η δεν θέλουμε να προχωρήσουμε μία τέτοια τομή;».
- Επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Να βρεθεί ο καλύτερος τρόπος για την επιλογή αυτή.
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης, Κωστής Χατζηδάκης, έθεσε στο δημόσιο διάλογο την ανάγκη συνταγματικής κατοχύρωσης ενός αυστηρού δημοσιονομικού κανόνα, ο οποίος θα αποτρέπει την αύξηση ελλείμματος και χρέους. Μιλώντας στον ραδιοφωνικό σταθμό του ΣΚΑΪ, υπογράμμισε ότι η επικείμενη συνταγματική αναθεώρηση αποτελεί ευκαιρία για θεσμικές τομές που θα θωρακίσουν τη χώρα απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις. Όπως σημείωσε, η δημοσιονομική σταθερότητα δεν μπορεί να αφεθεί στην εκάστοτε πολιτική συγκυρία, αλλά πρέπει να αποτελεί συνταγματική υποχρέωση όλων των κυβερνήσεων.
Ο κ. Χατζηδάκης ανέδειξε τρεις βασικούς άξονες που, κατά την άποψή του, πρέπει να ενταχθούν στη συζήτηση: τον δημοσιονομικό κανόνα, τη μεταρρύθμιση του πλαισίου μονιμότητας και αξιολόγησης στο Δημόσιο, καθώς και την αναζήτηση ενός πιο αποτελεσματικού τρόπου επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης. Τόνισε ότι οι προτάσεις αυτές δεν έχουν κομματικό χαρακτήρα, αλλά αφορούν τη λειτουργία του κράτους και την αξιοπιστία του πολιτικού συστήματος.
Αναφερόμενος στη διαδικασία, σημείωσε ότι ήδη 50 βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας έχουν καταθέσει προτάσεις, ενώ η κυβέρνηση προετοιμάζει ολοκληρωμένο πλαίσιο που θα τεθεί προς συζήτηση στην Κοινοβουλευτική Ομάδα. Υπογράμμισε ότι η αναθεώρηση πρέπει να γίνει με σοβαρότητα και θεσμική υπευθυνότητα, ώστε το Σύνταγμα να αποτελέσει εργαλείο για μια πιο αποτελεσματική δημόσια διοίκηση και μια ισχυρότερη Ελλάδα στο μέλλον.
Ο αντιπρόεδρος της κυβέρνησης άσκησε κριτική στην αντιπολίτευση, κατηγορώντας την ότι απέχει από τη συζήτηση για την αναθεώρηση, ενώ ταυτόχρονα καταγγέλλει προβλήματα στο κράτος δικαίου. Όπως είπε, θα περίμενε από τα κόμματα που επικαλούνται θεσμικές παθογένειες να πρωτοστατούν στη διαδικασία, παρουσιάζοντας τις δικές τους προτάσεις για τη βελτίωση του συστήματος.
Στο θέμα του κράτους δικαίου, ο κ. Χατζηδάκης απέρριψε την εικόνα «μισής δικτατορίας» που, όπως υποστήριξε, επιχειρεί να παρουσιάσει η αντιπολίτευση. Επικαλέστηκε διεθνείς δείκτες και εκθέσεις οργανισμών όπως ο ΟΟΣΑ και η Διεθνής Διαφάνεια, οι οποίοι κατατάσσουν την Ελλάδα σε υψηλές θέσεις τα τελευταία χρόνια. Παράλληλα, αναφέρθηκε σε αλλαγές που έχουν γίνει στη λειτουργία της Βουλής, στη διαδικασία επιλογής της ηγεσίας της Δικαιοσύνης και στη συχνότητα συνεδριάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου.
Για το ζήτημα του ΟΠΕΚΕΠΕ, σημείωσε ότι οι εμπλεκόμενοι βουλευτές έχουν ζητήσει οι ίδιοι την άρση ασυλίας τους, ενώ οι εξηγήσεις θα δοθούν στην εισαγγελία, όπως προβλέπει ο νόμος. Τόνισε ότι η κυβέρνηση δεν επιδιώκει να αποκρύψει τίποτα, αλλά ζήτησε και από την ευρωπαϊκή εισαγγελία να κινηθεί γρήγορα, καθώς η υπόθεση επηρεάζει την πολιτική ζωή.
Τέλος, αναφερόμενος στο ενεργειακό κόστος, υπενθύμισε ότι έχουν ήδη ληφθεί δύο δέσμες μέτρων και ότι η κυβέρνηση παρακολουθεί στενά τις εξελίξεις. Εξήγησε ότι η χώρα πρέπει να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη στήριξης των πολιτών και στη διατήρηση της οικονομικής σταθερότητας, αποφεύγοντας πρακτικές που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε δημοσιονομικούς κινδύνους.