Ακρίβεια στο ράφι, πίεση στο χωράφι – Γιατί ο παραγωγός μένει «φτωχός» ενώ τα προϊόντα ακριβαίνουν
Η ψαλίδα που πληρώνουν αγρότες και καταναλωτές
Η δημόσια συζήτηση για την ακρίβεια έχει στραφεί ξανά στο καλάθι του σούπερ μάρκετ, καθώς από τις 31 Αυγούστου ξεκινά η Εθνική Πρωτοβουλία μείωσης τιμών με εθελοντικές μειώσεις 5%–20% έως το τέλος Δεκεμβρίου. Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για τον Μάιο δείχνουν ότι οι τιμές που εισπράττουν οι παραγωγοί αυξάνονται. Ωστόσο, πίσω από αυτή την εικόνα κρύβεται μια πραγματικότητα που δεν μεταφράζεται σε υψηλότερο εισόδημα για τον αγρότη.
Οι δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ αποτυπώνουν δύο κρίσιμες πλευρές της αγροτικής οικονομίας: τις τιμές εκροών, δηλαδή τις τιμές πώλησης των προϊόντων στην έξοδο της εκμετάλλευσης, και τις τιμές εισροών, που αφορούν το κόστος παραγωγής. Τον Μάιο, ο δείκτης εκροών αυξήθηκε κατά 4,9% σε σχέση με έναν χρόνο πριν, με έντονες διακυμάνσεις σε λαχανικά και κηπευτικά. Παρά την εντυπωσιακή μηνιαία άνοδο, ο μέσος δείκτης του τελευταίου δωδεκαμήνου δείχνει αύξηση μόλις 0,2%, δηλαδή ουσιαστικά στασιμότητα στις τιμές που εισπράττει ο παραγωγός.
Την ίδια στιγμή, ο δείκτης εισροών αυξήθηκε κατά 4,3% σε ετήσια βάση, ανατρέποντας την περσινή μείωση. Πίσω από αυτόν τον μέσο όρο κρύβονται σημαντικές επιβαρύνσεις: τα λιπάσματα ήταν ακριβότερα κατά 11,3%, η ενέργεια και τα λιπαντικά κατά 10,4%, ενώ αυξήσεις καταγράφηκαν και σε ζωοτροφές, κτηνιατρικά φάρμακα και υπηρεσίες συντήρησης. Σε ορίζοντα έτους, το κόστος παραγωγής αυξήθηκε κατά 1,1%, πέντε φορές περισσότερο από τις τιμές πώλησης.
Η σύγκριση των δύο δεικτών δείχνει ότι η άνοδος στις τιμές παραγωγού απορροφάται σχεδόν πλήρως από το αυξημένο κόστος. Το περιθώριο κέρδους δεν διευρύνεται και ο παραγωγός παραμένει εγκλωβισμένος σε μια «ψαλίδα» που τον αφήνει ουσιαστικά χωρίς όφελος. Η άνοδος στις τιμές εκροών, ειδικά όταν προέρχεται από ευπαθή προϊόντα με έντονες διακυμάνσεις, δεν αποτελεί σταθερή βελτίωση αλλά στιγμιαία κορύφωση που δύσκολα αξιοποιείται.
Οι αυξήσεις στην παραγωγή μεταφέρονται με καθυστέρηση στη μεταποίηση και στη λιανική, όπου ο πληθωρισμός τροφίμων τον Μάιο έφτασε το 5,2%. Αυτό σημαίνει ότι η πίεση που ξεκινά από το χωράφι θα φτάσει αργότερα στο ράφι, επιβαρύνοντας τον καταναλωτή. Η αντίφαση είναι εμφανής: η δημόσια παρέμβαση για την ακρίβεια επικεντρώνεται στη λιανική, ενώ η πραγματική πίεση γεννιέται στην παραγωγή.
Ο παραγωγός δεν ωφελείται από την άνοδο των τιμών και δεν προστατεύεται από την αύξηση του κόστους. Η αντιμετώπιση της ακρίβειας απαιτεί πολιτικές που παρακολουθούν συστηματικά τόσο την τιμή στην πηγή όσο και την τιμή στο ράφι, με έμφαση στη μείωση του κόστους εισροών. Η ψαλίδα ανάμεσα στο 0,2% και το 1,1% δεν κλείνει με προσφορές στο σούπερ μάρκετ.