Ακρίβεια: Γιατί η Ελλάδα θα συνεχίσει τον… πρωταθλητισμό

Ακρίβεια: Γιατί η Ελλάδα θα συνεχίσει τον… πρωταθλητισμό
68 / 100 SEO Score

Η έκφραση «affordability crisis» έχει εδώ και καιρό καθιερωθεί στα πρωτοσέλιδα των ΜΜΕ, απεικονίζοντας τους κοινωνικούς και πολιτικούς κραδασμούς που δημιουργεί η ακρίβεια στις περισσότερες χώρες της Δύσης. Τί ακριβώς σημαίνει όμως και γιατί η Ελλάδα εμφανίζεται να κάνει πρωταθλητισμό, παρά τις προσπάθειες της κυβέρνησης να ελέγξει τον πληθωρισμό και να αυξήσει τις απολαβές;

Γράφει ο Γιώργος Παπανικολάου, Euro2day.gr

Η απάντηση είναι ότι η ακρίβεια ή «κρίση προσιτότητας» αν εξελληνικεύσουμε τον ξενόγλωσσο όρο, αφορά την άνιση μεταβολή στις τιμές μεταξύ των αγαθών και υπηρεσιών, που συγκροτούν τον πληθωρισμό, με τρόπο που επιβαρύνει περισσότερο τα λεγόμενα βασικά αγαθά διαβίωσης.

Κι αυτό, έχει ως αποτέλεσμα ακόμη και η τυχόν αύξηση των μισθών κοντά στα επίπεδα του πληθωρισμού, να μην καλύπτει στην πραγματικότητα τις αυξανόμενες βασικές ανάγκες ενός τυπικού νοικοκυριού, για στέγαση, διατροφή, μόρφωση, έξοδο και αναψυχή. Οδηγώντας μεγάλο μέρος της κοινωνίας σε απώλεια βιοτικού επιπέδου και σταδιακή φτωχοποίηση.

Το φαινόμενο απεικονίζεται καθαρά στον παρακάτω πίνακα, με πρόσφατα στοιχεία. Οι Έλληνες έχουν κατά μέσο όρο πολύ μικρότερη αγοραστική δύναμη, σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, σε μια σειρά από βασικά αγαθά και υπηρεσίες.

1

Σε αυτά τα στοιχεία, θα πρέπει να προστεθεί και ένα ακόμη, ιδιαίτερα επιβαρυντικό. Το πολύ αυξημένο κόστος στέγασης, σε σχέση με το διαθέσιμο εισόδημα, το οποίο σύμφωνα με στοιχεία της Εurostat που επικαλείται η διαΝΕΟσις, διαμορφώθηκε στο 35,5% έναντι μόλις 19,2% για το μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Αυτή είναι η εικόνα και δεν είναι καθόλου ευχάριστη!

Όπως θα έλεγε και οποιασδήποτε εκπρόσωπος της κυβέρνησης, στις αιτίες αυτής της κατάστασης, μεγάλο ρόλο έχει παίξει η μνημονιακή περίοδος, που συμπίεσε δραστικά τα εισοδήματα. Από τη λήξη όμως των μνημονίων έχουν περάσει πάνω από επτά χρόνια, χωρίς να προκύπτει αισθητή βελτίωση.

Γιατί χειροτέρεψε η κρίση «προσιτότητας» στην Ελλάδα

Τουναντίον, η κρίση ακρίβειας φαίνεται να χειροτερεύει, χρόνο με το χρόνο, όπως προκύπτει και από τις απαντήσεις των πολιτών σε πρόσφατη έρευνα της QED. Κατά την οποία, το ποσοστό εκείνων που θεωρούν την ακρίβεια το μεγαλύτερο πρόβλημα στη χώρα αυτή τη στιγμή, (με δεύτερο τη διαφθορά), αυξήθηκε μεταξύ 2025 και 2026, από 33% σε 43%.

Σε μια ανοικτή, αλλά καθαρά εισαγωγική οικονομία, βασικές πηγές ανάπτυξης της οποίας είναι ο τουρισμός και η ανάπτυξη ακινήτων, κυρίως μέσω ξένων επενδύσεων, ενώ ο ρόλος της βιομηχανίας είναι σχετικά περιορισμένος, ήταν επόμενο το φαινόμενο της ακρίβειας να εκδηλωθεί πιο έντονα.

Πρόκειται μια παρενέργεια αυτής της ιδιότυπης «αναπτυξιακής ορμής» των τελευταίων ετών, την οποία παρουσιάσαμε σε σημείωμα του Απριλίου 2025, μιλώντας για οικονομικό εκτοπισμό. Η κυβέρνηση όμως δεν κατάφερε να διαγνώσει έγκαιρά το πρόβλημα, ούτε και να το αντιμετωπίσει ως σήμερα.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αποτυχίας η εφαρμογή μέτρων για τη στέγαση, που εστιάστηκαν στην ενίσχυση της ζήτησης αντί της προσφοράς, χωρίς βεβαίως να προκύψει ουσιαστική βελτίωση.

Αρκετοί θα υποστηρίξουν-και δεν θα λένε ψέματα- ότι τα οφέλη της εργασίας στην Ελλάδα, έχουν αυξηθεί πολύ λιγότερο από τα κέρδη των επιχειρήσεων. Ότι ο ανταγωνισμός (που μειώνει τις τιμές) στη χώρα μας είναι λιγότερο αποτελεσματικός. Και ότι το κόστος ενέργειας που είναι συγκριτικά πολύ υψηλό στη χώρα μας (λόγω και λανθασμένων πολιτικών σε ευρωπαϊκό επίπεδο). παίζει μεγάλο ρόλο στην ακρίβεια. Σωστά όλα.

Σε βαθύτερο επίπεδο όμως, μια πολύ βασική αιτία είναι η διάρθρωση της ελληνικής οικονομίας και η πολύ χαμηλή παραγωγικότητα που εμφανίζει, ιδιαίτερα όταν συγκριθεί με το μέσο όρο των κρατών του ΟΟΣΑ.

Διαπιστωμένο όμως είναι και αυτό το πρόβλημα. Πρέπει να αυξήσουμε την παραγωγικότητα, απαντά σταθερά ο πρόεδρος του ΣΕΒ Σπύρος Θεοδωρόπουλος, κάθε φορά που η κυβέρνηση, περιλαμβανομένου του Κυριάκου Μητσοτάκη, μιλάει για περαιτέρω αυξήσεις στους μισθούς.

ΠΗΓΗ-Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ