«Αιμορραγία» επενδυτικών κεφαλαίων προς τις ΗΠΑ: Οι CEOs γυρίζουν την πλάτη στην Ευρώπη
Την ώρα που η Ευρώπη χρειάζεται εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ ετησίως για να καλύψει τις αυξανόμενες επενδυτικές της ανάγκες, η εκροή κεφαλαίων προς τις ΗΠΑ συνεχίζεται με αμείωτη ένταση. Οι κορυφαίοι επιχειρηματικοί ηγέτες της ηπείρου —οι CEOs των 50 μεγαλύτερων πολυεθνικών— εξακολουθούν να μην εμπιστεύονται τις προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας, σύμφωνα με την τελευταία έρευνα του Conference Board για το δεύτερο εξάμηνο του 2025.
Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι, παρά την πολιτική αναταραχή στις ΗΠΑ, η αμερικανική οικονομία παραμένει πιο ελκυστικός προορισμός για επενδύσεις σε σχέση με την Ευρώπη.
Τα έξι βασικά συμπεράσματα της έρευνας
- Η Ευρώπη έχει ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες περίπου 800 δισ. ευρώ, αλλά συνεχίζει να εξάγει σημαντικά κεφάλαια — κυρίως προς τις ΗΠΑ.
- Οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις διατηρούν σαφώς θετικότερη στάση για επενδύσεις στο εξωτερικό παρά εντός της ηπείρου.
- Παρά τη μερική ανάκαμψη της εμπιστοσύνης, η απαισιοδοξία παραμένει και οι επιχειρηματικές συνθήκες στην Ευρώπη θεωρούνται αρνητικές.
- Μόνο 8% των CEOs σχεδιάζει να αυξήσει τις επενδύσεις στην Ευρώπη, ενώ 45% σκοπεύει να επενδύσει περισσότερο στις ΗΠΑ.
- Τα διαρθρωτικά προβλήματα της ΕΕ κυριαρχούν στις ανησυχίες των επιχειρηματικών ηγετών.
- Οι προτεραιότητες πολιτικής περιλαμβάνουν την προστασία στρατηγικών βιομηχανιών, πιο ευέλικτους κανόνες για την Τεχνητή Νοημοσύνη και απλούστευση του ρυθμιστικού πλαισίου.
300 δισ. ευρώ εκροές κάθε χρόνο
Η Ευρώπη χρειάζεται σχεδόν 800 δισ. ευρώ ετησίως για να χρηματοδοτήσει κρίσιμες στρατηγικές προτεραιότητες — μεταξύ αυτών 250 δισ. ευρώ για την άμυνα. Παρ’ όλα αυτά, η ήπειρος χάνει πάνω από 300 δισ. ευρώ ετησίως σε εκροές χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων (2019–2024), κυρίως προς τις ΗΠΑ.
Οι λόγοι είναι πολλοί:
- μεγαλύτερη ευπάθεια της ευρωπαϊκής οικονομίας σε σοκ όπως η πανδημία και ο πόλεμος στην Ουκρανία
- χρόνια παράπονα για έλλειψη ολοκλήρωσης της ενιαίας αγοράς
- υπερβολική ρύθμιση
- υψηλό πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών που ωθεί κεφάλαια στο εξωτερικό
Το αποτέλεσμα είναι ένα έντονο χρηματοδοτικό κενό που περιορίζει την ανάπτυξη και την ανταγωνιστικότητα της Ευρώπης.
Ασθενής εμπιστοσύνη στις ευρωπαϊκές προοπτικές
Σύμφωνα με την έρευνα του Δεκεμβρίου 2025 από το Conference Board και την Ευρωπαϊκή Στρογγυλή Τράπεζα Βιομηχάνων (ERT), οι CEOs των μεγαλύτερων ευρωπαϊκών πολυεθνικών διατηρούν χαμηλή εμπιστοσύνη στις οικονομικές προοπτικές της ηπείρου.
- Η εμπιστοσύνη τους είναι χαμηλότερη από αυτή των ομολόγων τους σε ΗΠΑ και Κίνα.
- Βρίσκεται σε αρνητικό έδαφος από το δεύτερο εξάμηνο του 2024.
- Οι προοπτικές για τις εταιρείες τους θεωρούνται 27% χειρότερες στην Ευρώπη σε σχέση με άλλες περιοχές.
Η επίδραση της πολιτικής Τραμπ
Τα αποτελέσματα έρχονται σε αντίθεση με την έρευνα του Μαΐου 2025, όταν οι CEOs πίστευαν ότι οι επενδυτικές συνθήκες επιδεινώνονταν ταχύτερα στις ΗΠΑ. Τότε, τα δύο τρίτα δήλωναν ότι το κλίμα στις ΗΠΑ είχε χειροτερέψει.
Ωστόσο, μέχρι τον Δεκέμβριο:
- 45% των CEOs αναθεώρησε τη στρατηγική του για να επενδύσει περισσότερο στις ΗΠΑ
- 24% σχεδιάζει να επενδύσει λιγότερο στην Ευρώπη
- μόλις 8% σκοπεύει να αυξήσει τις επενδύσεις εντός της ηπείρου
Η κυκλική επίδραση των εμπορικών εντάσεων φαίνεται να έχει υποχωρήσει, αφήνοντας στο προσκήνιο τα δομικά προβλήματα της Ευρώπης.

Μεταρρυθμίσεις που δεν αποδίδουν
Οι CEOs εμφανίζονται ιδιαίτερα απογοητευμένοι από την πρόοδο των μεταρρυθμίσεων:
- 80% θεωρεί ότι οι προσπάθειες για απλούστευση, ενιαία αγορά, ανταγωνισμό και ενοποίηση κεφαλαιαγορών είχαν μηδενικό ή αρνητικό αποτέλεσμα.
- Τα κράτη‑μέλη λαμβάνουν τη χειρότερη αξιολόγηση: 74% των CEOs θεωρεί ανεπαρκείς τις προσπάθειές τους στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.
Πού εστιάζουν οι επιχειρήσεις για το μέλλον
Παρά τη γενικευμένη απαισιοδοξία, οι CEOs αναγνωρίζουν τρεις βασικές προτεραιότητες που μπορούν να ενισχύσουν την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα:
- Ρυθμιστική απλούστευση
- Ενίσχυση στρατηγικών βιομηχανιών
- Νομοθεσία που διευκολύνει την υιοθέτηση νέων τεχνολογιών, όπως η Τεχνητή Νοημοσύνη
Οι κυβερνήσεις της ΕΕ καλούνται να αποδείξουν ότι διαθέτουν τη βούληση και τον πολιτικό χώρο για να προχωρήσουν σε ουσιαστικές αλλαγές, ενώ ο ιδιωτικός τομέας καλείται να στηρίξει ενεργά τη μετάβαση.