Η επόμενη μέρα για τον θεσμό της διαμεσολάβησης στην Ελλάδα

Η επόμενη μέρα για τον θεσμό της διαμεσολάβησης στην Ελλάδα
69 / 100 SEO Score

Τι χρειάζεται η διαμεσολάβηση στην Ελλάδα για να περάσει στην επόμενη φάση; Το ερώτημα αυτό κυριάρχησε στο επίκεντρο του 6ου Διεθνούς Συνεδρίου Διαμεσολάβησης, που πραγματοποιήθηκε την Πέμπτη 5 Ιουνίου 2025, στο Wyndham Grand Athens, με τη διοργάνωση της Νομικής Βιβλιοθήκης και του ΕΟΔΙΔ, υπό την αιγίδα του ΟΠΕΜΕΔ.

Στο πλαίσιο του Συνεδρίου, ιδιαίτερο ενδιαφέρον προσέλκυσε το πάνελ με τίτλο «Το μέλλον της διαμεσολάβησης στην Ελλάδα», με τη συμμετοχή των Δημήτρη Εμβαλωμένου, Άρτεμις Κομπάρου, Φαίης Μακαντάση και Άννας Εμ. Πλεύρη και υπό τον συντονισμό του Νίκου Ανέστη. Οι ομιλητές και ομιλήτριες κατέθεσαν δεδομένα και προσωπικές απόψεις για τις παρούσες αδυναμίες του θεσμού, τις νομοθετικές και οργανωτικές ανάγκες, αλλά και τις άμεσες θεσμικές και εκπαιδευτικές προτεραιότητες που απαιτούνται για την ουσιαστική εδραίωση της διαμεσολάβησης στο ελληνικό νομικό και κοινωνικό περιβάλλον.

Μπορεί να βελτιωθεί ο τρόπος απονομής της δικαιοσύνης; Η διαΝΕΟσις ανοίγει τον δημόσιο διάλογο για τις εναλλακτικές μορφές επίλυσης διαφορών στην Ελλάδα
Στο πλαίσιο της συζήτησης για το μέλλον της διαμεσολάβησης στην Ελλάδα, η κ. Φαίη Μακαντάση, διευθύντρια Ερευνών του ινστιτούτου διαΝΕΟσις, παρουσίασε τα συμπεράσματα μιας εκτενούς έκθεσης για τα δεδομένα των εναλλακτικών μεθόδων επίλυσης διαφορών στην Ελλάδα. Η έρευνα της διαΝΕΟσις, που υλοποιήθηκε σε συνεργασία με τον Οργανισμό Προώθησης Εναλλακτικών Μεθόδων Επίλυσης Διαφορών (ΟΠΕΜΕΔ) και με τη συμμετοχή έμπειρων δικαστών, ακαδημαϊκών και θεσμικών παραγόντων, αναδεικνύει τις δυνατότητες που προσφέρουν θεσμοί όπως η διαμεσολάβηση στην αποσυμφόρηση της Δικαιοσύνης και την ενίσχυση της ποιότητας απονομής δικαιοσύνης.

Όπως ανέφερε αρχικά, η εικόνα που καταγράφεται για τη Δικαιοσύνη στην Ελλάδα είναι προβληματική. Aπαιτούνται 1.024 ημέρες κατά μέσο όρο για την έκδοση μιας τελεσίδικης απόφασης, με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο να ανέρχεται στις 282. Την ίδια ώρα, τέσσερις υποθέσεις ανά 100 κατοίκους παραμένουν εκκρεμείς στα ελληνικά δικαστήρια, ποσοστό υπερδιπλάσιο από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η διαμεσολάβηση μπορεί να αποτελέσει τη λύση. Όπως σημείωσε η κ. Μακαντάση, τα στοιχεία είναι ενθαρρυντικά: το 83,4% των υποθέσεων που συνεχίστηκαν σε διαμεσολάβηση το 2023 κατέληξαν σε συμφωνία, συχνά σε μία μόνο συνεδρία.

Συνεχίζοντας, αναφέρθηκε στο ότι η ομάδα της μελέτης εξέτασε το θεσμικό πλαίσιο και την πρακτική εφαρμογή της διαμεσολάβησης σε 15 ευρωπαϊκές χώρες. Η Ιταλία αναδείχθηκε ως το πιο πετυχημένο παράδειγμα, καθώς διαθέτει τον υψηλότερο αριθμό διαμεσολαβήσεων στην Ε.Ε. (άνω των 250.000 ετησίως), έχοντας πετύχει μείωση των νέων αγωγών κατά 16% στις κατηγορίες διαφορών όπου η αρχική συνεδρία είναι υποχρεωτική. Το ιταλικό μοντέλο περιλαμβάνει την υποχρεωτική αυτοπρόσωπη συμμετοχή των μερών, φορολογικά κίνητρα και επέκταση των κλάδων διαφορών στις οποίες εφαρμόζεται η διαμεσολάβηση.

Άλλα κράτη προσφέρουν επίσης χρήσιμα παραδείγματα, τα οποία η μελέτη αξιοποίησε για να διαμορφώσει τις προτάσεις της, σημείωσε η κ. Μακαντάση. Στο Ηνωμένο Βασίλειο λειτουργεί ήδη ηλεκτρονική πλατφόρμα επίλυσης διαφορών (Online Solutions Court). Στο Βέλγιο και τη Γαλλία, σε κάθε στάδιο της δίκης ο δικαστής μπορεί να διατάξει διαμεσολάβηση με δικαστική απόφαση, ενώ η Βουλγαρία έχει συστήσει Κέντρα Διαμεσολάβησης, που χρηματοδοτούνται από το κράτος, σε όλα τα πρωτοδικεία και περιφερειακά δικαστήρια. Τέλος, στη Φινλανδία, η διαμεσολάβηση εντάσσεται στο σχολικό πρόγραμμα με τη μορφή της «διαμεσολάβησης συνομηλίκων».

Κλείνοντας, η κ. Μακαντάση παρουσίασε συνοπτικά το απάνθισμα όλων των καλών πρακτικών της μελέτης.

Κεντρική θέση έχει ο επαναπροσδιορισμός του ρόλου της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας Διαμεσολάβησης, ώστε να αποκτήσει ουσιαστικό χαρακτήρα.

Παράλληλα, προτείνεται να επιτρέπεται η διαμεσολάβηση σε κάθε στάδιο και βαθμό της δίκης, να καταργηθεί η γενική εξαίρεση του Δημοσίου και των ΝΠΔΔ από τη διαδικασία (τουλάχιστον για διαχειριστικές υποθέσεις), και να εξαιρεθούν από την ΥΑΣΔ οι υποθέσεις όπου ο αντίδικος είναι αγνώστου διαμονής.

Επίσης, η συστηματική συγκέντρωση και αξιολόγηση στατιστικών δεδομένων, η δημιουργία ηλεκτρονικής πλατφόρμας για μικροδιαφορές έως 5.000 ευρώ, η ενίσχυση με οικονομικά κίνητρα -όπως απαλλαγή από ΦΠΑ και κρατικές επιδοτήσεις- καθώς και η επιμόρφωση όλων των δικαστών και η ένταξη της διαμεσολάβησης ως υποχρεωτικού μαθήματος στις νομικές σχολές, συνθέτουν ένα συνεκτικό πλαίσιο μεταρρυθμίσεων που στοχεύει στην ενίσχυση της συναινετικής επίλυσης διαφορών στην Ελλάδα, κατέληξε.

Η χαμένη ευκαιρία της ΥΑΣ και η επόμενη μέρα

Η κ. Κομπάρου, ανοίγοντας την εισήγησή της, υπογράμμισε τη σημασία του να ανατρέξουμε στους λόγους που αρχικά οδήγησαν στη θέσπιση της υποχρεωτικότητας της Υποχρεωτικής Αρχικής Συνεδρίας (ΥΑΣ), προκειμένου – όπως σημείωσε – να αξιολογήσουμε ποιοι από αυτούς εξακολουθούν να υφίστανται, ποιοι έχουν πλέον εκλείψει και σε ποια σημεία απαιτείται να επιμείνουμε. Στο πλαίσιο αυτό, υπενθύμισε ότι ευρωπαϊκή Οδηγία για τη διαμεσολάβηση είχε ως στόχο όχι μόνο την προώθηση εξωδικαστικών λύσεων αλλά και τη δημιουργία ισόρροπης σχέσης με τις δικαστικές διαδικασίες. Ωστόσο, όπως ανέφερε, οι επανειλημμένες μελέτες της Ευρωπαϊκής Επιτροπής έδειξαν ότι τα κράτη-μέλη απέχουν πολύ από την επίτευξη αυτού του στόχου.

«Ο αριθμός των υποθέσεων που καταλήγουν σε διαμεσολάβηση είναι τραγικά χαμηλός. Το 2014 ήταν μόλις στο 1% σε σχέση με τις εισερχόμενες στα εθνικά δικαστήρια, και μέχρι το 2018 δεν αυξήθηκε σημαντικά», ανέφερε η ίδια. Παρόλα αυτά, όσες υποθέσεις προχωρούν σε διαμεσολάβηση καταλήγουν κατά πλειοψηφία σε συμφωνία. Έχουμε το λεγόμενο «παράδοξο της διαμεσολάβησης» στην Ε.Ε., όπως σημείωσε.

Η Ιταλία, όπως είπε, ξεχωρίζει ως θετικό παράδειγμα, καθώς εφάρμοσε την υποχρεωτική αρχική συνεδρία διαμεσολάβησης χωρίς κυρώσεις, αφήνοντας στα μέρη την επιλογή να αποχωρήσουν, γεγονός που λειτούργησε θετικά.

Αναφερόμενη στην ελληνική πραγματικότητα, παρουσίασε δεδομένα από τη δική της ερευνητική πρωτοβουλία, η οποία περιλάμβανε τόσο ποσοτική όσο και ποιοτική ανάλυση.

«Η κουλτούρα της αντιδικίας αναδείχθηκε ως το μεγαλύτερο εμπόδιο για την επιλογή της διαμεσολάβησης», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Ειδικότερα, οι δικαστές απάντησαν κατά 100% ότι η αντιδικία αποτελεί εμπόδιο, οι εκπαιδευτές και διαμεσολαβητές σε ποσοστό άνω του 94%, οι δικηγόροι σε ποσοστό πάνω από 74%, και το κοινό σε ποσοστό 54%.

Επιπλέον, σημαντικό εμπόδιο φάνηκε να είναι ο τρόπος με τον οποίο εφαρμόζεται σήμερα η υποχρεωτική αρχική συνεδρία (ΥΑΣ), η οποία τις περισσότερες φορές περιορίζεται σε μια απλή ενημέρωση, χωρίς ουσιαστική διερεύνηση της διαφοράς. Αυτό περιορίζει καθοριστικά την επιρροή του διαμεσολαβητή. «Όταν ρωτήσαμε αν θα ενδιέφερε τα μέρη να διερευνηθεί ουσιαστικά η υπόθεσή τους, η πλειονότητα απάντησε θετικά. Ακόμα και οι δικηγόροι, που συνήθως είναι πιο επιφυλακτικοί, απάντησαν θετικά σε ποσοστό 51%», σημείωσε.

Η κ. Κομπάρου ανέφερερε ότι οι συνεντευξιαζόμενοι/ες τόνισαν στην ανεπάρκεια των προγραμμάτων ενημέρωσης και προώθησης του θεσμού, καθώς και στην ανάγκη ποιοτικής αναβάθμισης των εκπαιδευτικών προγραμμάτων, με αύξηση των ωρών κατάρτισης. Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι πολλοί συμμετέχοντες στις συνεντεύξεις πρότειναν την καθιέρωση πρακτικής άσκησης για τους διαμεσολαβητές. Επιπλέον, διαπιστώθηκε έντονο ενδιαφέρον για τη χρήση διαδικτυακών πλατφορμών, ιδίως για την επίλυση μικροδιαφορών.

«Η εκτελεστότητα του πρακτικού διαμεσολάβησης είναι στην κορυφή της ιεράρχησης των πλεονεκτημάτων για τους διαμεσολαβητές και τους νομικούς. Για το κοινό, στην πρώτη θέση βρίσκεται η εμπιστευτικότητα», σημείωσε.

Παρουσιάζοντας στατιστικά στοιχεία του 2023, σημείωσε ότι 10.165 υποθέσεις υπήχθησαν στην υποχρεωτική διαμεσολάβηση. Από αυτές, μόλις το 11,8% προχώρησε σε κανονική διαμεσολάβηση, ωστόσο το 70% αυτών των περιπτώσεων κατέληξε σε συμφωνία. Σύμφωνα με την ίδια, το στοιχείο αυτό ενισχύει τον προβληματισμό για την ουσιαστική αξία της ΥΑΣ, με τον τρόπο που εφαρμόζεται σήμερα.

Αναφερόμενη σε μεταρρυθμίσεις, υπογράμμισε την ανάγκη να στηριχθεί θεσμικά η Κεντρική Επιτροπή Διαμεσολάβησης (ΚΕΔ), η οποία λειτουργεί μέχρι σήμερα με ελάχιστα μέσα, εκφράζοντας την ελπίδα ότι η επικείμενη ίδρυση ειδικής γραμματείας στο Υπουργείο Δικαιοσύνης και η στελέχωσή της με ανθρώπινο δυναμικό, θα επιτρέψουν ουσιαστική υποστήριξη στον θεσμό, αναφέροντας παραδείγματα γραφειοκρατικής δυσλειτουργίας, όπως το μητρώο διαμεσολαβητών και τις επιπλοκές κατά το στάδιο των διορισμών. Παράλληλα, τόνισε τη σημασία της εκπαίδευσης των νομικών παραστατών, καθώς, όπως είπε, «εκτελούν την πιο ουσιαστική δουλειά μέσα στη διαδικασία της διαμεσολάβησης».

Κλείνοντας, η κ. Κομπάρου αναφέρθηκε στο σημαντικότερο μήνυμα στην όλη συζήτηση: «Το πιο σημαντικό είναι ότι τη διαμεσολάβηση την κάνουμε πρώτα εμείς. Πώς εκφραζόμαστε, πώς τοποθετούμαστε, πώς ακούμε τους άλλους με προσοχή, σεβασμό και ενσυναίσθηση, εφαρμόζοντας αυτό που λέμε “μη βίαιη επικοινωνία”». Για αυτόν τον σκοπό, προτείνει την προώθηση της διαμεσολάβησης μέσω της εκπαιδευτικής διαδικασίας, με την παράλληλα ενσωμάτωση προγραμμάτων κοινωνικής και συναισθηματικής μάθησης στα σχολεία αλλά και την ταυτόχρονη εκπαίδευση γονέων και εκπαιδευτικών».

ΠΗΓΗ-Η ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΕΔΩ