Οικονομική εξόντωση: 3 δισ. κόστισε στους δανειολήπτες η άνοδος των επιτοκίων

Οικονομική εξόντωση: 3 δισ. κόστισε στους δανειολήπτες η άνοδος των επιτοκίων
69 / 100 SEO Score

Στις 12 Σεπτεμβρίου, εκτός απροόπτου, η Κριστίν Λαγκάρντ θα ανακοινώσει μείωση των βασικών επιτοκίων της ΕΚΤ κατά 25 μονάδες βάσης, ωστόσο η μακρά διαδρομή από τον Ιούλιο του 2022, όταν τα βασικά επιτόκια της ΕΚΤ ήταν -0,50%, μέχρι το +4% που έφτασαν μετά από διαρκείς ανόδους και το επίπεδο των 3,75% όπου κινούνται σήμερα, ήταν μια διαδρομή ακανθώδης τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για τους ιδιώτες.

Με βάση τους υπολογισμούς των ελληνικών τραπεζών, επιχειρήσεις και ιδιώτες μέσα στην παραπάνω διαδρομή κλήθηκαν να καταβάλουν περί τα 3 δισ. ευρώ περισσότερα απ’ ό,τι αν τα επιτόκια δεν είχαν αυξηθεί. Τρία δισ., λοιπόν, κόστισε στους δανειολήπτες η άνοδος των επιτοκίων. Στη στεγαστική πίστη, που αποτελεί πλέον το μαλακό υπογάστριο των τραπεζών, οι δανειολήπτες κλήθηκαν να καταβάλουν περί τα 500 εκατ. ευρώ περισσότερα στις δόσεις των δανείων τους, συνεπεία της ανόδου των επιτοκίων. Και τα χρήματα αυτά θα ήταν πολύ περισσότερα αν οι τράπεζες δεν πάγωναν τα στεγαστικά επιτόκια τόσο που να αντιστοιχούν σε euribor μηνός 2,80%.

Παρότι η πτώση των επιτοκίων ξεκίνησε, το πάγωμα των επιτοκίων στη στεγαστική πίστη οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι δανειολήπτες θα δουν και πάλι τις δόσεις τους να υποχωρούν όταν τα επιτόκια θα οδηγηθούν εκεί που βρίσκονταν την περίοδο κατά την οποία οι τράπεζες προχώρησαν σε πάγωμά τους(σ.σ. αφορά μόνο τα ενήμερα).

Οι τραπεζίτες θεωρούν ότι ως το τέλος του έτους τα επιτόκια θα υποστούν δύο ακόμη μειώσεις, ενώ η διαδικασία θα συνεχιστεί και το 2025. Μεγάλη σημασία δίνεται στην ενίσχυση της πιστωτικής επέκτασης και ιδιαίτερα στη στεγαστική πίστη.

Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες εμφάνισαν στο εξάμηνο πιστωτική επέκταση 3,1 δισ. ευρώ. Στις ελληνικές δραστηριότητες αντιστοιχούν τα 2,9 δισ. ευρώ, ενώ οι διοικήσεις τους εμφανίζονται βέβαιες ότι τελικώς θα καταφέρουν να επιτύχουν πιστωτική επέκταση 7,5 δισ. ευρώ στο σύνολο του έτους.

Ωστόσο, η πιστωτική επέκταση στη στεγαστική πίστη εξαιτίας του ύψους των επιτοκίων -εκταμίευση λιγότερων δανείων, ωρίμαση και αποπληρωμή περισσότερων δανείων- παραμένει αρνητική.

Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες καταγράφουν 27,4 δισ. ευρώ στεγαστικά δάνεια τον Ιούλιο του 2024, τα οποία σε ετήσια βάση παρουσιάζουν υποχώρηση κατά 2,7%, σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία της Τραπέζης της Ελλάδος. Και, όπως αναφέρουν έμπειροι τραπεζίτες, η τάση δεν αναμένεται να ανατραπεί μέχρι το τέλος του έτους κυρίως διότι αναμένονται πολλές αποπληρωμές. Ωστόσο, δειλά-δειλά και με διάφορους τρόπους το ενδιαφέρον για δάνεια στεγαστικά έρχεται και πάλι στο προσκήνιο.

Ανάγκες στέγασης και κοινωνική συνοχή
Οι ανάγκες στέγασης φαίνεται να απειλούν πλέον σοβαρά την κοινωνική συνοχή. Γι’ αυτό ενδεχομένως η κυβέρνηση να επιχειρεί να λειτουργήσει συγκολλητικά στο μεγάλο κενό των υψηλών ενοικίων και της ανόδου των επιτοκίων με ένα δεύτερο πρόγραμμα επιδότησης της κατοικίας, ένα «Σπίτι μου 2».

Το νέο σχέδιο αναμένεται να ξεκινήσει τον Ιανουάριο του 2025 και θα προβλέπει διευρυμένα ηλικιακά όρια για δικαιούχους 30-50 ετών, καθώς και διευρυμένα εισοδηματικά κριτήρια μέχρι 40.000 ευρώ. Ο νέος κύκλος του προγράμματος απόκτησης πρώτης κατοικίας θα αποτελέσει συνέχεια του πετυχημένου προγράμματος «Σπίτι μου» για νέους και ζευγάρια έως και 39 ετών και θα έχει ύψος 2 δισ. ευρώ. Ωστόσο, οι πλήρεις ανακοινώσεις αναμένονται στη ΔΕΘ.

Ταυτόχρονα, εκτιμάται ότι θα αρθεί και το κριτήριο της παλαιότητας έως 15 ετών, το οποίο αναμένεται να διευρυνθεί στα 30 έτη, με στόχο να είναι εφικτή κάλυψη των αναγκών σε κατοικίες. Αυτό αποτελεί βεβαίως ένα λεπτό σημείο, μια και τα κοινοτικά κονδύλια λόγω της κλιματικής αλλαγής εμπεριέχουν πάντα τη φιλοσοφία της ενεργειακής αναβάθμισης, εξ ου και πολλές χώρες με αυτά τα κονδύλια προτίμησαν να αναβαθμίσουν τα κτίριά τους και δεν προχώρησαν στη χρήση αυτών των κονδυλίων σε προγράμματα τύπου το «Σπίτι μου».

Προσοχή για νέα κόκκινα δάνεια
Η άνοδος των επιτοκίων δεν δημιούργησε καινούρια κόκκινα δάνεια στις ελληνικές τράπεζες και αυτό διότι τα κριτήρια για την έγκριση δανείου ήταν εξαιρετικά σφιχτά. Αυτός ήταν και ένας από τους λόγους που η πιστωτική επέκταση είχε σκαμπανεβάσματα.

Το γεγονός ότι ο πληθωρισμός απομείωσε τα εισοδήματα των πολιτών αποτέλεσε έναν σημαντικό παράγοντα αυξημένης προσοχής από τις τράπεζες. Το ότι η χώρα μας δεν δημιούργησε νέα κόκκινα δάνεια δεν σημαίνει ότι η τάση αυτή δεν είναι παρούσα. Μεγάλες και εύρωστες οικονομίες στον πλανήτη αντιμετωπίζουν ήδη το πρόβλημα. Οι έξι μεγάλες τράπεζες του Καναδά, για παράδειγμα, λαμβάνουν επιπλέον προβλέψεις 4,5 δισ. δολαρίων Καναδά το τρίτο τρίμηνο του έτους προετοιμαζόμενες για πτωχεύσεις εταιρειών, μειώσεις θέσεων εργασίας και κατά συνέπεια καθυστερήσεις αποπληρωμής του δανεισμού.

ΠΗΓΗ-ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ