Στο Συμβούλιο της Επικρατείας η εισφορά 2% υπέρ της ανεργίας – Τι αμφισβητείται για τις κρατήσεις στους μισθούς του Δημοσίου

Στο Συμβούλιο της Επικρατείας η εισφορά 2% υπέρ της ανεργίας – Τι αμφισβητείται για τις κρατήσεις στους μισθούς του Δημοσίου
63 / 100 SEO Score

Δικαστική προσφυγή φέρνει στο επίκεντρο τη νομιμότητα της ειδικής εισφοράς που επιβαρύνει τους εργαζομένους του δημόσιου τομέα. Τα τρία προδικαστικά ερωτήματα που θέτει το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά αφορούν τη συνταγματικότητά της και τη διαδικασία επιστροφής των παρακρατηθέντων ποσών.

Στο Συμβούλιο της Επικρατείας παραπέμπεται το ζήτημα της ειδικής εισφοράς αλληλεγγύης 2% υπέρ της καταπολέμησης της ανεργίας, η οποία παρακρατείται από τις αποδοχές των εργαζομένων του δημόσιου τομέα. Αφορμή αποτέλεσε προσφυγή δικαστικού λειτουργού κατά της συγκεκριμένης κράτησης, με το Διοικητικό Πρωτοδικείο Πειραιά να διατυπώνει τρία προδικαστικά ερωτήματα σχετικά με τη νομιμότητα της εισφοράς και τη δυνατότητα διεκδίκησης των ποσών που έχουν παρακρατηθεί.

Η υπόθεση αφορά τις κρατήσεις στη μισθοδοσία του Ιουνίου 2025. Ο προσφεύγων ζητά την ακύρωση της υπηρεσιακής βεβαίωσης του Τμήματος Μισθοδοσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης και του αντίστοιχου μηνιαίου εκκαθαριστικού σημειώματος της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής, κατά το μέρος που αφορούν τον υπολογισμό και την παρακράτηση της ειδικής εισφοράς.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο νομικός χαρακτηρισμός της συγκεκριμένης επιβάρυνσης. Σύμφωνα με την απόφαση του Διοικητικού Πρωτοδικείου, η εισφορά, η οποία προβλέπεται στο άρθρο 38 παρ. 2 περ. α΄ του νόμου 3986/2011, θεσπίστηκε με σκοπό την αντιμετώπιση της ανεργίας, σε περίοδο δύσκολης δημοσιονομικής κατάστασης, και εισπράττεται ως έσοδο του κρατικού προϋπολογισμού. Επειδή αποτελεί υποχρεωτική και οριστική χρηματική παροχή προς το κράτος, χωρίς ειδικό αντάλλαγμα για τον καταβάλλοντα, το Δικαστήριο τη χαρακτηρίζει φόρο.

Στο πλαίσιο της προσφυγής υποστηρίζεται ότι οι λόγοι που οδήγησαν στην επιβολή της εισφοράς έχουν πλέον εκλείψει και ότι η διατήρησή της δημιουργεί ζητήματα συνταγματικότητας. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι η αποκλειστική επιβάρυνση των εργαζομένων του δημόσιου τομέα αντίκειται στην αρχή της ισότητας, στην αρχή της αναλογικότητας, καθώς και στην προστασία της περιουσίας που κατοχυρώνεται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Οι σχετικές αιτιάσεις συνδέονται με τα άρθρα 4 και 25 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ.

Το πρώτο προδικαστικό ερώτημα αφορά το κατάλληλο ένδικο βοήθημα για τη διεκδίκηση ποσών που ενδεχομένως καταβλήθηκαν αχρεωστήτως. Το Διοικητικό Πρωτοδικείο ζητά να διευκρινιστεί εάν οι ενδιαφερόμενοι πρέπει να προσφύγουν στη δικαιοσύνη με αγωγή ή με προσφυγή, προκειμένου να αμφισβητήσουν τη νομιμότητα της εισφοράς και να αναζητήσουν τα παρακρατηθέντα ποσά.

Το δεύτερο ερώτημα εστιάζει στις διοικητικές πράξεις που μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο δικαστικής αμφισβήτησης και στις διαδικασίες που προβλέπονται. Ειδικότερα, εξετάζεται εάν η σχετική αξίωση πρέπει να στηρίζεται στη μισθολογική κατάσταση του εργαζομένου ή στο μηνιαίο εκκαθαριστικό σημείωμα της Ενιαίας Αρχής Πληρωμής. Παράλληλα, τίθεται το ζήτημα εάν πρέπει να ακολουθηθεί η διαδικασία του Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας, μέσω τροποποιητικής δήλωσης ή δήλωσης με επιφύλαξη και ενδεχόμενης ενδικοφανούς προσφυγής, ή εάν είναι δυνατή η απευθείας δικαστική προσφυγή με αίτημα τη μερική ανάκληση της φορολογικής δήλωσης λόγω νομικής πλάνης.

Το τρίτο και ουσιαστικότερο ερώτημα αφορά τη συνταγματικότητα και τη συμβατότητα με την ΕΣΔΑ της διατήρησης της εισφοράς 2%, κατά τον κρίσιμο χρόνο του Ιουνίου 2025. Το Δικαστήριο ζητά να εξεταστεί εάν η συνέχιση της επιβολής της αποκλειστικά στους εργαζομένους του δημόσιου τομέα είναι συμβατή με τις συνταγματικές αρχές της ισότητας και της αναλογικότητας, καθώς και με την προστασία της περιουσίας. Η κρίση αυτή αφορά ευρύτερο κύκλο εργαζομένων και όχι μόνο τη μισθολογική διαφορά που προέκυψε από την ατομική προσφυγή.

Στην απόφαση διευκρινίζεται, τέλος, ότι στη συγκεκριμένη δικαστική διαφορά παθητικά νομιμοποιείται αποκλειστικά το Ελληνικό Δημόσιο. Η Ενιαία Αρχή Πληρωμής, η οποία εκδίδει τα μηνιαία εκκαθαριστικά σημειώματα μισθοδοσίας, αποτελεί οργανική μονάδα επιπέδου Διεύθυνσης του Υπουργείου Οικονομικών και δεν αντιμετωπίζεται ως αυτοτελής διάδικος.

ΠΗΓΗ