Μονή Σινά: Για τα…πανηγύρια η κυβέρνηση!
Εθνικό όνειδος με τη Μονή Σινά!
Η δεύτερη πράξη μιας διπλωματικής ήττας είναι πάντοτε η επικοινωνιακή διαχείριση των γενομένων από εκείνους που ηττήθηκαν. Το εθνικό όνειδος της προχθεσινής συμφωνίας μεταξύ του αιγυπτιακού κράτους και της Ιεράς Μονής Αγίας Αικατερίνης του Σινά, με την «υπογραφή Μητσοτάκη – Γεραπετρίτη» για την απεμπόληση Ιστορίας 1.500 ετών, παραμονές της εθνικής επετείου της 28ης Οκτωβρίου, η κυβέρνηση, μέσω των μηχανισμών της στα ΜΜΕ, επιχειρεί να το παρουσιάσει ως νέα διπλωματική επιτυχία της Ελλάδας, γελοιοποιούμενη ακόμα περισσότερο στα μάτια του ελληνικού λαού.
Αυτή είναι η οδυνηρή αλήθεια πίσω από τη σκοτεινή και επαίσχυντη «ιστορική συμφωνία». Χαρακτηριστικό του επικοινωνιακού πανικού που επικρατεί στο Μέγαρο Μαξίμου και στη Βασ. Σοφίας είναι ότι οι κράχτες που έχει εξαπολύσει στα κανάλια είναι εκπαιδευμένοι στην παραπληροφόρηση και οπλισμένοι με ανυπαρξία ντροπής, ώστε να μπορούν να βαφτίζουν το κρέας ψάρι, χωρίς -νομίζουν- να φαίνεται.
Το κυβερνητικό αφήγημα έσπευσε να κάνει λόγο για «ιστορική κατοχύρωση» και «διέξοδο στο αδιέξοδο», ισχυριζόμενο ότι η υπογραφή απέτρεψε μια επικείμενη καταδικαστική απόφαση του ανώτατου ακυρωτικού δικαστηρίου της Αιγύπτου που θα οδηγούσε στην εκδίωξη των μοναχών.
Μα και τώρα, με την υποτιθέμενη συμφωνία, η εκδίωξη των μοναχών από τις προαιώνιες προσκυνηματικές ρίζες της Ορθοδοξίας στην περιοχή είναι θέμα χρόνου, καθώς βρίσκεται σε εξέλιξη γενικότερη επίθεση του Ισλάμ εναντίον του χριστιανικού κόσμου σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, καθοδηγούμενη από την Τουρκία και άλλα σκοτεινά κέντρα του ριζοσπαστικού Ισλάμ.
…………………….
Συμφωνία για τη Μονή Σινά χωρίς αναγνώριση των ακινήτων: Ακόμη μία διπλωματική ήττα της κυβέρνησης
Μια δικαστική διαμάχη που έφερε τη Μονή Αγίας Αικατερίνης του Σινά αντιμέτωπη με τον κίνδυνο απώλειας των ιστορικών δικαιωμάτων της, αλλά και μια παρατεταμένη εσωτερική κρίση που λίγο έλειψε να τινάξει στον αέρα τις διαπραγματεύσεις με την Αίγυπτο, προηγήθηκαν της συμφωνίας που αποδέχθηκε ο νέος Αρχιεπίσκοπος Συμεών.
Ο διακανονισμός επιχειρεί να διευθετήσει το ιδιοκτησιακό ζήτημα, διατηρώντας τον έλεγχο του μοναστηριού στη Σιναϊτική Αδελφότητα, χωρίς ωστόσο να της αναγνωρίζει πλήρη κυριότητα επί των ακινήτων του.
Η αφετηρία της κρίσης εντοπίζεται στην απόφαση του Εφετείου της Ισμαηλίας, στις 28 Μαΐου 2025, η οποία αμφισβήτησε το ιδιοκτησιακό καθεστώς εκτάσεων και κτισμάτων που χρησιμοποιούσε επί αιώνες η Μονή. Η εξέλιξη προκάλεσε την παρέμβαση της Αθήνας και άνοιξε έναν δύσκολο κύκλο συνεννοήσεων με το Κάιρο, με βασικό ζητούμενο να διασφαλιστεί ότι η δικαστική αντιπαράθεση δεν θα έθετε υπό αμφισβήτηση τη συνέχιση της μοναστικής ζωής.

Στις διαβουλεύσεις που ακολούθησαν εξετάστηκαν διαφορετικές νομικές φόρμουλες, καθώς οι αιγυπτιακές Αρχές επέμεναν στην εφαρμογή της εθνικής τους νομοθεσίας, ενώ η Μονή διεκδικούσε την προστασία των ιστορικών δικαιωμάτων της. Ιδιαίτερη δυσκολία παρουσίαζαν οι εκτάσεις και τα ακίνητα εκτός του κυρίως μοναστηριακού συγκροτήματος, για τα οποία η εξεύρεση κοινά αποδεκτής λύσης αποδείχθηκε περισσότερο περίπλοκη.
Τι προβλέπει η συμφωνία
Η συμφωνία στην οποία κατέληξαν οι δύο πλευρές αναγνωρίζει πρωτίστως τη μοναδική θέση της Μονής ως του αρχαιότερου χριστιανικού μοναστηριού που παραμένει σε αδιάλειπτη λειτουργία. Το αιγυπτιακό κράτος δεσμεύεται να προστατεύει τον ορθόδοξο χαρακτήρα της και να σέβεται τους θεμελιώδεις κανονισμούς της, αναγνωρίζοντας το ιδιαίτερο καθεστώς που διέπει τη λειτουργία και την εσωτερική οργάνωσή της.
Για το ιδιοκτησιακό επιλέχθηκε μια λύση που διακρίνει τα ακίνητα ανάλογα με τη χρήση τους. Οσα έχουν εκκλησιαστικό χαρακτήρα παραμένουν στη νομή και κατοχή της Μονής για απεριόριστο χρονικό διάστημα, χωρίς την καταβολή μισθώματος. Διαφορετική αντιμετώπιση προβλέπεται για τα μη εκκλησιαστικά ακίνητα, των οποίων η χρήση και η κατοχή παραχωρούνται με τους όρους που θέτει η αιγυπτιακή νομοθεσία.
Εκεί βρίσκεται και η ουσία του συμβιβασμού. Η Μονή, λόγω του προστατευόμενου μνημειακού χαρακτήρα της, δεν αντιμετωπίζεται ως ένα συνηθισμένο ακίνητο με ιδιοκτήτη που μπορεί ελεύθερα να το διαθέσει. Σύμφωνα με την ερμηνεία του συμφωνημένου πλαισίου, ούτε οι μοναχοί ούτε το αιγυπτιακό Δημόσιο μπορούν να προχωρήσουν στην πώληση ή την εκμίσθωσή της. Η απαγόρευση αυτή τελεί υπό την ευθύνη των αιγυπτιακών Αρχών, χωρίς να τους παρέχει αντίστοιχο δικαίωμα εμπορικής εκμετάλλευσης.
Αντίθετα, η καθημερινή διοίκηση και η θρησκευτική λειτουργία παραμένουν στα χέρια του Αρχιεπισκόπου και της αδελφότητας. Οσο το μοναστήρι εξακολουθεί να λειτουργεί σύμφωνα με τον προορισμό του, οι μοναχοί διατηρούν τη χρήση και την κατοχή του χωρίς οικονομικό αντάλλαγμα. Εξασφαλίζεται, επομένως, η συνέχιση της μοναστικής παρουσίας, αλλά όχι η πλήρης εξουσία διάθεσης που συνδέεται με την κυριότητα ενός ακινήτου.
Στο δικαστικό σκέλος, η Μονή αποδέχεται την εφαρμογή της αιγυπτιακής νομοθεσίας και των αποφάσεων των δικαστηρίων, ενώ προβλέπεται αμοιβαία απόσυρση των αιτήσεων ακύρωσης από το Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο. Οι διαφορές που ενδεχομένως ανακύψουν στο μέλλον θα επιδιώκεται να επιλύονται με απευθείας συνεννόηση.
Οριακές διαπραγματεύσεις
Η κατάληξη αυτή, πάντως, μόνο εύκολη δεν υπήρξε. Οι διαπραγματεύσεις είχαν συναντήσει σοβαρά εμπόδια ήδη από το καλοκαίρι, ενώ η εκκρεμής διαδικασία ενώπιον του αιγυπτιακού Ακυρωτικού αύξανε την πίεση. Μάλιστα, η εισαγγελική πρόταση που είχε κατατεθεί δεν έκανε δεκτά βασικά επιχειρήματα της Μονής, δημιουργώντας ανησυχία ότι μια δυσμενής δικαστική απόφαση θα περιόριζε τα περιθώρια επίτευξης συμφωνίας.
Την ίδια περίοδο, στο εσωτερικό της Σιναϊτικής Αδελφότητας είχαν διαμορφωθεί τρεις διαφορετικές ομάδες μοναχών, με τις μεταξύ τους αντιπαραθέσεις να επηρεάζουν και τη στάση απέναντι στον διακανονισμό. Η κρίση που είχε προηγηθεί κατά την τελευταία περίοδο της αρχιεπισκοπίας του Δαμιανού, καθώς και η διαδοχή του από τον Συμεών, είχαν αφήσει ανοιχτές πληγές. Ετσι, ακόμα και όταν το σχέδιο της συμφωνίας είχε φτάσει στη Μονή, η διαμόρφωση κοινής θέσης καθυστερούσε.
Αντίστοιχες αντιδράσεις εκδηλώνονταν και στην Ελλάδα. Εκκλησιαστικοί και πολιτικοί κύκλοι διαφωνούσαν με την προοπτική υπογραφής, θεωρώντας ότι η αποδοχή ενός καθεστώτος διαρκούς κατοχής, αντί της πλήρους αναγνώρισης ιδιοκτησιακών δικαιωμάτων, συνιστούσε υπερβολική υποχώρηση έναντι του Καΐρου. Στους επικριτές περιλαμβανόταν και ο πρώην Αρχιεπίσκοπος Δαμιανός, ο οποίος είχε στραφεί δημοσίως κατά των κυβερνητικών χειρισμών.
Από την Αθήνα, πάντως, είχε διαμηνυθεί ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν επρόκειτο να επιβάλει τη συμφωνία στη μοναστική αδελφότητα. Η τελική απόφαση ανήκε στους ίδιους τους μοναχούς, οι οποίοι καλούνταν να σταθμίσουν τους όρους του διακανονισμού απέναντι στην αβεβαιότητα της δικαστικής οδού.
Στην υπέρβαση του αδιεξόδου συνέβαλε η κοινή στάση του Οικουμενικού Πατριαρχείου, των Πατριαρχείων Αλεξανδρείας και Ιεροσολύμων, καθώς και των Εκκλησιών Ελλάδος και Κύπρου, που υποστήριξαν εγγράφως τη συμφωνία. Η παρέμβασή τους προσέφερε στον Συμεών το αναγκαίο εκκλησιαστικό έρεισμα για να ανακοινώσει, στις 24 Οκτωβρίου, την αποδοχή της.
Απομένει πλέον η υπογραφή, η οποία θα πραγματοποιηθεί όταν η κατάσταση της υγείας του Αρχιεπισκόπου επιτρέψει την επιστροφή του στο Σινά, σε συνεννόηση με τις αιγυπτιακές Αρχές και τη μοναστική αδελφότητα.
…………………