Ευρωπαϊκή μόδα πολυτελείας: Χάθηκαν 251 δισ. ευρώ από τη χρηματιστηριακή αξία των μεγάλων ομίλων!!
Η υποχώρηση της κινεζικής ζήτησης, η επιβράδυνση της αμερικανικής αγοράς και η αναταραχή στα χρηματιστήρια πιέζουν τους κορυφαίους οίκους πολυτελείας, με τις LVMH και Hermès να καταγράφουν τις μεγαλύτερες απώλειες.
Οι έξι μεγαλύτεροι εισηγμένοι ευρωπαϊκοί όμιλοι πολυτελών ειδών έχουν χάσει συνολικά περίπου 251 δισ. ευρώ από τη χρηματιστηριακή τους αξία μέσα στο 2026, καθώς η εξασθένηση της καταναλωτικής ζήτησης στην Κίνα και η επιβράδυνση στις ΗΠΑ επιβαρύνουν τον κλάδο. Οι πιέσεις εντείνονται από τις αναταράξεις στις διεθνείς αγορές, οι οποίες επηρεάζουν την καταναλωτική εμπιστοσύνη και τις δαπάνες για προϊόντα υψηλής τιμής, όπως τσάντες, παπούτσια και αξεσουάρ.
Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται οι Financial Times, στις εταιρείες που καταγράφουν τις απώλειες περιλαμβάνονται οι LVMH, Hermès, Kering, Richemont, Prada και Moncler. Οι μεγαλύτερες μειώσεις σημειώθηκαν στις δύο πρώτες, με τη χρηματιστηριακή αξία της LVMH να υποχωρεί κατά 131,6 δισ. ευρώ και της Hermès κατά 93,3 δισ. ευρώ. Παράλληλα, τα οικονομικά αποτελέσματα των LVMH, Hermès και Kering για το τρίτο τρίμηνο δεν ανταποκρίθηκαν στις προσδοκίες της αγοράς, ενισχύοντας τις ανησυχίες για τη διάρκεια της ύφεσης στον κλάδο.
Καθοριστικός παράγοντας είναι η κινεζική αγορά, η οποία επί περισσότερο από μία δεκαετία αποτελούσε βασικό μοχλό ανάπτυξης για τα είδη πολυτελείας. Η παρατεταμένη κρίση στην αγορά ακινήτων, οι αδύναμες χρηματιστηριακές επιδόσεις και η περιορισμένη εγχώρια κατανάλωση έχουν μειώσει τη διάθεση των καταναλωτών για αγορές υψηλής αξίας. Ενδεικτικά, η μέση μηνιαία αύξηση των λιανικών πωλήσεων στην Κίνα ήταν μικρότερη από 0,5% το τελευταίο εξάμηνο, καταγράφοντας σημαντική επιβράδυνση σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Οι επιπτώσεις αποτυπώνονται στα αποτελέσματα των μεγάλων ομίλων. Η LVMH, η οποία διαθέτει ένα από τα σημαντικότερα χαρτοφυλάκια εμπορικών σημάτων πολυτελείας παγκοσμίως, κατέγραψε σημαντική υποχώρηση στις πωλήσεις μόδας και δερμάτινων ειδών προς Κινέζους πελάτες, με τη μείωση να κινείται σε διψήφια επίπεδα. Ακόμη εντονότερες ήταν οι πιέσεις στην Kering, ιδιοκτήτρια της Gucci, καθώς οι πωλήσεις προς Κινέζους καταναλωτές μειώθηκαν κατά 15% έως 20% το τρίτο τρίμηνο. Η επιβράδυνση επηρεάζει πλέον και την Hermès, έναν από τους οίκους που είχαν επιδείξει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα, με τις παγκόσμιες πωλήσεις έτοιμων ενδυμάτων και αξεσουάρ να υποχωρούν κατά 2%.
Πρόσθετη αβεβαιότητα δημιουργούν οι εξελίξεις στην κινεζική οικονομία και το χρηματιστήριο. Ο δείκτης CSI 300, που παρακολουθεί τις 300 μεγαλύτερες εισηγμένες εταιρείες της χώρας, έχει υποχωρήσει κατά 19% μέσα σε τέσσερις μήνες, χάνοντας πάνω από 2 τρισ. δολάρια σε χρηματιστηριακή αξία. Την ίδια στιγμή, οι κινεζικές αρχές προχωρούν στην επιβολή φόρου 20% στα μερίσματα και στους τόκους από υπεράκτια καταπιστεύματα, εξέλιξη που προστίθεται στις πιέσεις για τους εύπορους καταναλωτές και τους επενδυτές.
Η εικόνα στις ΗΠΑ, μια αγορά που στήριξε τον κλάδο κατά τους πρώτους μήνες του έτους, εμφανίζει επίσης σημάδια εξασθένησης. Η απώλεια δυναμικής στις χρηματιστηριακές αγορές και η αύξηση των τιμών της βενζίνης επηρεάζουν τις καταναλωτικές δαπάνες. Σύμφωνα με στοιχεία συναλλαγών πιστωτικών καρτών της Citi, οι δαπάνες για είδη πολυτελείας μειώθηκαν κατά τουλάχιστον 4% τον Ιούλιο, τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο. Οι πιέσεις δεν είναι ίδιες για όλους τους οίκους, καθώς εταιρείες με μεγαλύτερη εξάρτηση από καταναλωτές της μεσαίας τάξης που επιδιώκουν να αποκτήσουν προϊόντα πολυτελείας εμφανίζουν μεγαλύτερη ευαισθησία στην οικονομική επιβράδυνση.
Παρά τη γενικευμένη υποχώρηση, ορισμένες κατηγορίες προϊόντων εξακολουθούν να εμφανίζουν ισχυρή ζήτηση. Οι πωλήσεις των τσαντών Birkin και άλλων προϊόντων υψηλής κατηγορίας της Hermès αυξήθηκαν κατά 10,8%, ενώ οι οίκοι κοσμημάτων Tiffany της LVMH και Boucheron της Kering κατέγραψαν διψήφια ποσοστιαία αύξηση πωλήσεων το τρίτο τρίμηνο. Ωστόσο, η απουσία σαφών ενδείξεων ανάκαμψης στις βασικές αγορές πολυτελείας αναγκάζει τις εταιρείες να επικεντρωθούν στη βελτίωση της αποδοτικότητας και στον περιορισμό του κόστους, εν αναμονή της ανάκαμψης της καταναλωτικής ζήτησης.