Όταν ο πλειστηριασμός ακυρώνεται: Οι συνέπειες μιας άδικης εκτέλεσης
Ένα ακίνητο κατασχέθηκε, βγήκε σε πλειστηριασμό, κατακυρώθηκε σε τρίτο και το πλειστηρίασμα καταβλήθηκε. Η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης φαίνεται να έχει ολοκληρωθεί. Τι συμβαίνει, όμως, εάν στη συνέχεια ο πλειστηριασμός ακυρωθεί; Μπορεί η έννομη τάξη να επαναφέρει απλώς τα πράγματα στην κατάσταση, στην οποία βρίσκονταν πριν από την εκτέλεση;
Γράφει η Κωνσταντίνα Χριστοπούλου Δικηγόρος, LL.M. Πολιτικής Δικονομίας.
Η απάντηση είναι πιο σύνθετη απ’ όσο αρχικά φαίνεται.
Η ακύρωση μιας πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης αποτελεί πρωτίστως δικονομικό γεγονός. Η εκτέλεση, όμως, μέχρι τη στιγμή της ακύρωσής της μπορεί να έχει ήδη προκαλέσει πραγματικές και περιουσιακές μεταβολές: χρήματα έχουν καταβληθεί και ενδεχομένως διανεμηθεί στους δανειστές, περιουσιακά στοιχεία έχουν αλλάξει χέρια, ο υπερθεματιστής έχει αποκτήσει δικαιώματα και ο καθ’ ου η εκτέλεση μπορεί να έχει υποστεί οικονομική ζημία.
Έτσι, μετά την ακύρωση, το ερώτημα δεν είναι πλέον μόνο εάν η εκτέλεση υπήρξε έγκυρη. Είναι και πώς αποκαθίστανται οι συνέπειες μιας διαδικασίας που είχε ήδη παραγάγει αποτελέσματα.
Η ακύρωση δεν σημαίνει αυτομάτως αποζημίωση
Μία πρώτη διάκριση είναι κρίσιμη. Η ακύρωση της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν συνεπάγεται αυτομάτως ότι ο επισπεύδων δανειστής υποχρεούται να αποζημιώσει τον οφειλέτη.
Το άρθρο 940 ΚΠολΔ ρυθμίζει ειδικά την αποζημίωση από άδικη αναγκαστική εκτέλεση. Σε περίπτωση που η αναγκαστική εκτέλεση ακυρωθεί αμετάκλητα, ο καθ’ ου η εκτέλεση μπορεί να αξιώσει από εκείνον που την επέσπευσε αποζημίωση για τη ζημία που του προκλήθηκε, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 914 ή 919 ΑΚ.
Επομένως, είναι άλλο ζήτημα είναι η δικονομική ακύρωση της εκτέλεσης και άλλο η αστική ευθύνη για τη ζημία που αυτή προκάλεσε. Για τη δεύτερη απαιτείται η συνδρομή των ειδικότερων ουσιαστικών προϋποθέσεων της αποζημιωτικής ευθύνης.
Η διάκριση αυτή είναι σημαντική, διότι αποτρέπει μια υπεραπλουστευμένη εξίσωση: «η εκτέλεση ακυρώθηκε, άρα ο επισπεύδων οφείλει αποζημίωση». Η έννομη τάξη αντιμετωπίζει χωριστά το κύρος της εκτελεστικής διαδικασίας και την αποκατάσταση της περιουσιακής ζημίας που ενδεχομένως προκλήθηκε από αυτήν.
Και ο υπερθεματιστής;
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο σύνθετη όταν έχει προηγηθεί πλειστηριασμός.
Ο υπερθεματιστής δεν αποτελεί απλώς εξωτερικό παρατηρητή της διαφοράς μεταξύ δανειστή και οφειλέτη. Έχει συμμετάσχει στη διαδικασία, έχει καταβάλει το πλειστηρίασμα και μπορεί, ανάλογα με την εξέλιξη της εκτέλεσης, να έχει ήδη προβεί σε περαιτέρω ενέργειες στηριζόμενος στο αποτέλεσμά της. Ο ΚΠολΔ προβλέπει ειδικό μηχανισμό για την προστασία του όταν ο πλειστηριασμός ακυρωθεί και διενεργηθεί νέος. Κατά το άρθρο 1018 ΚΠολΔ, η απαίτηση του υπερθεματιστή του ακυρωθέντος πλειστηριασμού να αναλάβει το πλειστηρίασμα που είχε ήδη διανεμηθεί κατατάσσεται προνομιακά στον νέο πλειστηριασμό, αμέσως μετά τα έξοδα της εκτέλεσης και πριν από τις λοιπές απαιτήσεις που απαριθμεί η διάταξη.
Η ρύθμιση αποτυπώνει το πραγματικό πρόβλημα: όταν το πλειστηρίασμα έχει ήδη διανεμηθεί, δεν υπάρχει πλέον απλώς ένα ποσό κατατεθειμένο που μπορεί να επιστραφεί στον υπερθεματιστή. Η ανατροπή των αποτελεσμάτων της εκτέλεσης απαιτεί νέους μηχανισμούς αποκατάστασης.

Σε αυτό ακριβώς το πεδίο μπορεί, υπό τις εκάστοτε προϋποθέσεις, να ανακύψουν και αξιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό. Η ακύρωση μιας διαδικαστικής πράξης και η περιουσιακή αποκατάσταση εκείνου που κατέβαλε χρήματα εξαιτίας της δεν ταυτίζονται ούτε χρονικά ούτε νομικά.
Μπορεί πράγματι να «γυρίσει ο χρόνος πίσω»;
Το δίκαιο γνωρίζει και τον θεσμό της επαναφοράς των πραγμάτων στην προηγούμενη κατάσταση. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του άρθρου 914 ΚΠολΔ. Eάν εξαφανιστεί ή μεταρρυθμιστεί η απόφαση που είχε ήδη εκτελεστεί, μπορεί, κατόπιν σχετικού αιτήματος και υπό τις προϋποθέσεις του νόμου, να διαταχθεί η επαναφορά στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την εκτέλεσή της.
Η «επαναφορά», ωστόσο, δεν πρέπει να δημιουργεί την εντύπωση μιας αυτόματης αντιστροφής όλων όσων συνέβησαν. Όσο περισσότερο έχει προχωρήσει η εκτέλεση και όσο περισσότερα πρόσωπα έχουν εμπλακεί, τόσο δυσκολότερη γίνεται η πλήρης αναστροφή των αποτελεσμάτων της.
Αυτό αναδεικνύει μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες αντιφάσεις της αναγκαστικής εκτέλεσης: η διαδικασία πρέπει να είναι ταχεία και αποτελεσματική, ώστε ο δανειστής να ικανοποιείται πραγματικά. Ταυτόχρονα, πρέπει να υπάρχουν μηχανισμοί αποκατάστασης για την περίπτωση που αποδειχθεί εκ των υστέρων ότι η εκτέλεση δεν έπρεπε να έχει πραγματοποιηθεί με τον τρόπο που πραγματοποιήθηκε.
Η ακύρωση, επομένως, δεν αποτελεί πάντοτε το τέλος της διαφοράς. Μπορεί να αποτελεί την αρχή μιας δεύτερης, εξίσου σύνθετης φάσης: ποιος πρέπει να επιστρέψει τι, ποιος υπέστη αποκαταστατέα ζημία και ποιος τελικά θα επωμιστεί το οικονομικό κόστος μιας εκτέλεσης της οποίας τα αποτελέσματα είχαν ήδη επέλθει;
Σε αυτή ακριβώς τη διασταύρωση μεταξύ αποτελεσματικότητας της αναγκαστικής εκτέλεσης και προστασίας από τις συνέπειες μιας εκ των υστέρων ανατραπείσας διαδικασίας εντοπίζεται ένα από τα πλέον σύνθετα και πρακτικά κρίσιμα ζητήματα του δικαίου της αναγκαστικής εκτέλεσης.