Ρεύμα: Τέλος τα αναλογικά ρολόγια – Πάνω από 2 εκατ. έξυπνοι μετρητές και αλλαγές έως το 2030
Η αντίστροφη μέτρηση για την αντικατάσταση των παραδοσιακών μετρητών ηλεκτρικού ρεύματος έχει ξεκινήσει, καθώς ο ΔΕΔΔΗΕ έχει ήδη εγκαταστήσει περισσότερους από 2 εκατομμύρια έξυπνους μετρητές σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Το πρόγραμμα ψηφιοποίησης του δικτύου προχωρά με ταχείς ρυθμούς, με στόχο την ολοκλήρωση της μετάβασης στην τηλεμέτρηση έως το 2030. Σύμφωνα με τα στοιχεία που παρουσίασε ο διευθύνων σύμβουλος του Διαχειριστή, Αναστάσιος Μάνος, περίπου 6.000 νέοι μετρητές εγκαθίστανται καθημερινά, ενώ οι μηνιαίες εγκαταστάσεις φτάνουν τις 130.000. Ήδη, το 66% της ηλεκτρικής ενέργειας που καταναλώνεται στη χώρα καταγράφεται μέσω συστημάτων τηλεμέτρησης.
Η βασική αλλαγή για τους καταναλωτές αφορά τον τρόπο καταγραφής της κατανάλωσης. Οι έξυπνοι μετρητές μεταδίδουν αυτόματα τα δεδομένα στον Διαχειριστή, περιορίζοντας την ανάγκη επιτόπιας καταμέτρησης από συνεργεία. Με αυτόν τον τρόπο, διευκολύνεται η ακριβέστερη αποτύπωση της κατανάλωσης και η έγκαιρη διαχείριση των στοιχείων που απαιτούνται για την έκδοση των λογαριασμών. Παράλληλα, η νέα τεχνολογία δημιουργεί τις προϋποθέσεις για την ευρύτερη εφαρμογή δυναμικών τιμολογίων, στα οποία η τιμή της ηλεκτρικής ενέργειας μπορεί να διαφοροποιείται ανάλογα με την ώρα χρήσης. Αυτό σημαίνει ότι οι καταναλωτές θα μπορούν, εφόσον το επιλέγουν και το τιμολόγιό τους το επιτρέπει, να προσαρμόζουν περισσότερο την κατανάλωσή τους στις ώρες με χαμηλότερες τιμές.
Κομβικός είναι ο ρόλος των έξυπνων μετρητών στην αντιμετώπιση των ρευματοκλοπών, οι οποίες εξακολουθούν να προκαλούν σημαντικές οικονομικές απώλειες στο ηλεκτρικό σύστημα. Η συχνότερη καταγραφή των δεδομένων και η δυνατότητα απομακρυσμένης παρακολούθησης διευκολύνουν τον εντοπισμό ασυνήθιστων αποκλίσεων στην κατανάλωση και πιθανών παρεμβάσεων στις εγκαταστάσεις. Σύμφωνα με τον Αναστάσιο Μάνο, το ετήσιο κόστος των ρευματοκλοπών, που το 2023 είχε φτάσει περίπου τα 350 εκατ. ευρώ, έχει πλέον περιοριστεί κάτω από τα 300 εκατ. ευρώ. Η ετήσια μείωση των απωλειών αποτιμάται σε 130 έως 150 εκατ. ευρώ, ενώ το σωρευτικό όφελος για τους καταναλωτές από τη μείωση των απωλειών και τις εισπράξεις για βεβαιωμένες ρευματοκλοπές υπολογίζεται σε περίπου 400 εκατ. ευρώ.
Το κόστος των ρευματοκλοπών δεν περιορίζεται στους παραβάτες, καθώς μέρος της επιβάρυνσης μεταφέρεται στο σύνολο της αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας και επηρεάζει και τους συνεπείς καταναλωτές. Η σχετική επιβάρυνση εκτιμάται σε περίπου 60 ευρώ ανά λογαριασμό ετησίως, με προοπτική να υποχωρήσει στα 50 ευρώ, εφόσον συνεχιστεί η μείωση των απωλειών. Η εγκατάσταση έξυπνων μετρητών αποτελεί ένα από τα βασικά εργαλεία για τον περιορισμό του φαινομένου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η εξάλειψή του είναι αυτόματη. Για τον λόγο αυτό, η Ρυθμιστική Αρχή Αποβλήτων, Ενέργειας και Υδάτων έχει ζητήσει από τον ΔΕΔΔΗΕ να επιταχύνει την εγκατάσταση των νέων συσκευών και την ανάπτυξη των απαραίτητων ψηφιακών υποδομών.
Ο εκσυγχρονισμός δεν περιορίζεται στην αντικατάσταση των μετρητών, αλλά επεκτείνεται στην παρακολούθηση και τη διαχείριση ολόκληρου του δικτύου διανομής. Η ψηφιακή χαρτογράφηση του δικτύου χαμηλής τάσης καλύπτει ήδη περίπου το 50% των πελατών, ενώ προβλέπεται η εγκατάσταση 50.000 μονάδων παρακολούθησης στους υποσταθμούς. Τα συστήματα αυτά θα παρέχουν πιο ολοκληρωμένη εικόνα για τη λειτουργία των υποδομών, διευκολύνοντας τον εντοπισμό βλαβών, υπερφορτίσεων και διακοπών ηλεκτροδότησης. Παράλληλα, ο ΔΕΔΔΗΕ σχεδιάζει να αξιοποιήσει εργαλεία τεχνητής νοημοσύνης για την επεξεργασία των δεδομένων και την αποτελεσματικότερη εποπτεία του δικτύου.
Η ψηφιοποίηση συνδέεται άμεσα και με την αυξανόμενη διείσδυση των ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Στο δίκτυο διανομής είναι συνδεδεμένοι περισσότεροι από 100.000 παραγωγοί ΑΠΕ, με συνολική ισχύ περίπου 10 GW, ενώ ο ΔΕΔΔΗΕ έχει τη δυνατότητα να ελέγχει εξ αποστάσεως περίπου 6 GW παραγωγής. Η δυνατότητα αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η παραγωγή από φωτοβολταϊκά και άλλες ανανεώσιμες πηγές είναι υψηλή και η κατανάλωση περιορισμένη. Παράλληλα, έχουν εντοπιστεί περισσότερα από 70 σημεία σύνδεσης για συστήματα αποθήκευσης συνολικής ισχύος περίπου 1 GW, ενώ οι σχετικές αιτήσεις ξεπερνούν ήδη τα 2,2 GW.