Αιολικά πάρκα: 940 ανεμογεννήτριες σε περιοχές Natura!!
Περίπου το 30% των εγκατεστημένων ανεμογεννητριών στην Ελλάδα βρίσκεται σε προστατευόμενες περιοχές, σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν στον δημόσιο διάλογο για το νέο χωροταξικό πλαίσιο των ΑΠΕ
Περίπου 940 ανεμογεννήτριες, αριθμός που αντιστοιχεί στο 30% του συνόλου των εγκατεστημένων μονάδων στην Ελλάδα, βρίσκονται εντός προστατευόμενων περιοχών του δικτύου Natura 2000. Το στοιχείο αναδεικνύει τη σύνθετη σχέση ανάμεσα στην ανάπτυξη της αιολικής ενέργειας και την προστασία της βιοποικιλότητας, σε μια περίοδο κατά την οποία επανεξετάζονται οι κανόνες χωροθέτησης νέων έργων Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας (ΑΠΕ). Παράλληλα, επανέρχεται στο προσκήνιο η ανάγκη να αξιοποιηθούν συστηματικά τα επιστημονικά δεδομένα από τη λειτουργία των υφιστάμενων εγκαταστάσεων.
Σύμφωνα με όσα ανέφερε ο εκπρόσωπος της εταιρείας ΕΝΤΕΚΑ, Βλαμάκης, οι Ειδικές Περιβαλλοντικές Μελέτες (ΕΠΜ), οι οποίες αποτελούν βασικό εργαλείο για τον καθορισμό των χρήσεων και των περιορισμών στις προστατευόμενες περιοχές, παρουσιάζουν σημαντικές καθυστερήσεις. Παράλληλα, διατυπώνονται ενστάσεις για την ποιότητα και την επικαιροποίηση των στοιχείων που χρησιμοποιούνται σε ορισμένες από αυτές. Όπως υποστήριξε, η εμπειρία από τις ανεμογεννήτριες που λειτουργούν ήδη επί σειρά ετών σε περιοχές Natura δεν αξιοποιείται επαρκώς, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις οι μελέτες αντιμετωπίζουν εκτεταμένες περιοχές ως ζώνες αποκλεισμού για νέες εγκαταστάσεις.
Το ζήτημα αποκτά μεγαλύτερη σημασία ενόψει της εφαρμογής του νέου Ειδικού Χωροταξικού Πλαισίου για τις ΑΠΕ. Οι προτεινόμενοι κανόνες προβλέπουν αυστηρότερους περιορισμούς στη χωροθέτηση αιολικών πάρκων, μεταξύ άλλων σε περιοχές υψηλής οικολογικής ευαισθησίας. Ειδικά στις Ζώνες Ειδικής Προστασίας του δικτύου Natura 2000, όπου βασικός στόχος είναι η προστασία της ορνιθοπανίδας, η εγκατάσταση νέων αιολικών σταθμών προβλέπεται να επιτρέπεται μόνο κατ’ εξαίρεση και υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, όπως η ρητή πρόβλεψη στην εγκεκριμένη Ειδική Περιβαλλοντική Μελέτη και η ύπαρξη επαρκούς αιολικού δυναμικού.
Ένα ακόμη εμπόδιο αφορά τις χρονοβόρες διαδικασίες τροποποίησης των Αποφάσεων Έγκρισης Περιβαλλοντικών Όρων (ΑΕΠΟ). Η τεχνολογική εξέλιξη επιτρέπει πλέον την εγκατάσταση ανεμογεννητριών μεγαλύτερης ισχύος, γεγονός που μπορεί να μειώσει τον αριθμό των μονάδων που απαιτούνται για την παραγωγή της ίδιας ποσότητας ηλεκτρικής ενέργειας. Με αυτόν τον τρόπο, ένα αιολικό πάρκο μπορεί να ανασχεδιαστεί με μικρότερο χωρικό αποτύπωμα. Ωστόσο, ακόμη και όταν οι αλλαγές αποσκοπούν στον περιορισμό των εγκαταστάσεων, η διαδικασία έγκρισης των νέων περιβαλλοντικών όρων μπορεί να καθυστερήσει την υλοποίησή τους.
Οι καθυστερήσεις στην αδειοδότηση αποτελούν ευρύτερο πρόβλημα για τον κλάδο. Σύμφωνα με στοιχεία που παρουσιάστηκαν από εκπροσώπους της αγοράς, ο μέσος χρόνος ανάπτυξης και αδειοδότησης ενός αιολικού έργου υπερβαίνει τα 11 χρόνια, ενώ λιγότερο από το 10% των αρχικών αιτήσεων καταλήγει τελικά σε υλοποίηση. Η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στον αριθμό των αιτήσεων και στα έργα που κατασκευάζονται σημαίνει ότι τα στοιχεία των αδειοδοτικών χαρτών δεν αποτυπώνουν απαραίτητα την πραγματική δυναμική των μελλοντικών επενδύσεων. Στην πορεία προς την υλοποίηση, τα έργα μπορεί να εγκαταλειφθούν, να τροποποιηθούν ή να αποκλειστούν λόγω χωροταξικών, περιβαλλοντικών και τεχνικών περιορισμών.
Στο ίδιο πλαίσιο, εκπρόσωποι του κλάδου ζητούν ενίσχυση των δημόσιων υπηρεσιών που συμμετέχουν στις διαδικασίες αδειοδότησης, από τις δασικές υπηρεσίες έως τις αρμόδιες διευθύνσεις των υπουργείων. Η επαρκής στελέχωση και ο καλύτερος συντονισμός θα μπορούσαν να περιορίσουν τις καθυστερήσεις στην εξέταση των φακέλων και στις τροποποιήσεις περιβαλλοντικών αδειών. Παράλληλα, η δημιουργία πιο οργανωμένων βάσεων δεδομένων και η συστηματική παρακολούθηση των υφιστάμενων αιολικών πάρκων θα μπορούσαν να ενισχύσουν την τεκμηρίωση των περιβαλλοντικών αποφάσεων και να διευκολύνουν την αξιολόγηση νέων έργων.
Οι περιορισμοί στη χωροθέτηση και οι καθυστερήσεις στην αδειοδότηση συνδέονται και με το κόστος της ηλεκτρικής ενέργειας. Η ταχύτερη ανάπτυξη νέων μονάδων ΑΠΕ μπορεί να αυξήσει τη διαθέσιμη παραγωγή από ανανεώσιμες πηγές, ενώ οι καθυστερήσεις ενδέχεται να επηρεάσουν τον ρυθμό με τον οποίο προστίθεται νέα ισχύς στο σύστημα. Η συζήτηση για το νέο χωροταξικό πλαίσιο επικεντρώνεται έτσι στην αναζήτηση ισορροπίας ανάμεσα στην προστασία των οικοσυστημάτων, την ασφάλεια δικαίου για τους επενδυτές και την ανάγκη επιτάχυνσης της ενεργειακής μετάβασης.