Πώς αντιμετωπίζονται σωστά οι φορολογικοί έλεγχοι

Πώς αντιμετωπίζονται σωστά οι φορολογικοί έλεγχοι
67 / 100 SEO Score

Πώς αντιμετωπίζονται σωστά οι φορολογικοί έλεγχοι

Του δικηγόρου Γεωργίου Ι. Μάτσου

Κανόνας πρώτος: Ο φορολογικός έλεγχος απαγορεύεται να υποτιμηθεί.

Μπορεί η εντολή ελέγχου να αφορά κάτι (πραγματικά ή φαινομενικά) περιορισμένο. Η εντολή ελέγχου μπορεί όμως να διευρυνθεί. Ή ο ελεγκτής να παραβιάσει τα όριά της. Ακόμη κι αν τα δικαστήρια ακυρώσουν τον έλεγχο λόγω μη σύννομης διεύρυνσής του, αυτό θα συμβεί μετά από χρόνια.

Συχνά παραλληλίζω στους πελάτες μου τον φορολογικό έλεγχο με την εξεύρεση όγκου στον οργανισμό: Δεν ξέρουμε αν είναι καλοήθης ή κακοήθης. Αν είναι καλοήθης, εντάξει. Αν είναι όμως κακοήθης (καρκίνος), κάτι φαινομενικά μικρό που δεν θα αντιμετωπιστεί σωστά στα πρώτα στάδια, μεγαλώνει και ίσως κάνει θανατηφόρες μεταστάσεις.

Το πρώτο πρόσωπο στο οποίο απευθυνόμαστε είναι ο λογιστής μας. Όχι ο δικηγόρος μας.

Ο λογιστής αντιστοιχεί στον γιατρό “χειρουργό όγκων”: Όπως ένας όγκος στον οργανισμό απαιτεί αρχικά χειρουργική αντιμετώπιση, ώστε είτε να διαπιστώσουμε ότι δεν χρειάζεται (ο καλοήθης) χημειοθεραπείες, είτε να αποφευχθούν αυτές (στον κακοήθη), έτσι και ο φορολογικός έλεγχος πρέπει αρχικώς να επιδιωχθεί να κλείσει εξωδικαστικά.

“Χημειοθεραπεία” στον φορολογικό έλεγχο είναι η δικαστική αντιμετώπιση: Εκ των προτέρων δεν γνωρίζεις καθόλου, εάν βοηθήσει ή όχι.

Όπως ουδείς θα πει για (καλοήθη ή κακοήθη) όγκο “δεν χρειάζεται χειρουργείο, κάνε κατευθείαν χημειοθεραπεία”, αντίστοιχα πρέπει να επιδιώκεται εξωδικαστικό κλείσιμο του ελέγχου.

Ως “κλείσιμο” δεν νοούνται αθέμιτες πρακτικές. Στη ζωή υπάρχουν βέβαια κι αυτές. Εννοούμε όμως τη συνήθη περίπτωση στην οποία οι ελεγκτές είναι δεκτικοί σε αντεπιχειρήματα για οριακά ή αμφισβητήσιμα ευρήματα.

Κανένας ελεγκτής δεν θέλει ακυρωμένους ελέγχους στη Διεύθυνση Επίλυσης Διαφορών (ΔΕΔ) της ΑΑΔΕ ή στα Διοικητικά Δικαστήρια. Συνεπώς, η αναζήτηση αμοιβαία αποδεκτού και νόμιμου συμβιβασμού είναι συνήθως εφικτή.

ded

Ο φορολογούμενος υποβάλλει τότε ατύπως συμφωνημένες τροποποιητικές φορολογικές δηλώσεις, επιτυγχάνοντας 50% έκπτωση στα πρόστιμα. Προσοχή: Ο επιπλέον φόρος δεν έχει έκπτωση.

“Κλείσιμο” με μείωση προστίμων προβλέπεται και μεταγενεστέρως, με μικρότερα ποσοστά έκπτωσης (από 40% έως 25%).

Η εκπροσώπηση από δικηγόρο αντενδείκνυται στο στάδιο του ελέγχου, διότι σηματοδοτείται έτσι ότι ο φορολογούμενος δεν ενδιαφέρεται για κλείσιμο του ελέγχου αλλά για μελλοντική δικαστική αντιπαράθεση. Συνεπώς, ο δικηγόρος στο καθαυτό στάδιο ελέγχου, τρόπον τινά “απαγορεύεται”. Ή πάντως απαγορεύεται να εμφανιστεί στους ελεγκτές.

Μόνη εξαίρεση: Οι έλεγχοι προσαύξησης περιουσίας (έλεγχοι τραπεζικών καταθέσεων), όπου η ελεγκτική πρακτική αποδέχεται τον δικηγόρο – που πρέπει πάντως και πάλι να προσανατολίζεται στο κλείσιμο της υπόθεσης και όχι σε δικαστική διένεξη.

Η παραπάνω υπονοούμενη βεβαιότητα ότι “οπωσδήποτε” θα βρουν κάτι οι ελεγκτές, φαντάζει ίσως παράδοξη. Ωστόσο, στα σχεδόν 30 χρόνια φορολογικής δικηγορίας, ουδέποτε είδα έλεγχο να μην βρίσκει τίποτε, ακόμη και στον πιο έντιμο φορολογούμενο: Αυτές είναι, καλώς ή κακώς, οι επικρατούσες στην Ελλάδα συνθήκες διοικητικής πρακτικής, που απολαμβάνουν μάλιστα και ευρείας κοινωνικής αποδοχής (“όλοι φοροφυγάδες είναι”).

Τι θα συμβεί αν ο φορολογούμενος (επιχείρηση ή μη) δεν καταφέρει να κλείσει την υπόθεση στο στάδιο του ελέγχου, είτε διότι τα ελεγκτικά ευρήματα είναι πέρα από τις οικονομικές δυνάμεις του, είτε για άλλους λόγους;

Τότε πια χρειάζεται ο εξειδικευμένος φορολογικός δικηγόρος, ο οποίος καλείται να αντικρούσει το “Σημείωμα διαπιστώσεων ελέγχου” σε προθεσμία 20 ημερών από τότε που κοινοποιείται το “Σημείωμα” μαζί με Προσωρινές καταλογιστικές πράξεις συγκεκριμένων ποσών.

Τυπικώς δεν είναι υποχρεωτική η συνδρομή δικηγόρου στο στάδιο αυτό. Όμως επειδή οι “Απόψεις” επί του Σημειώματος δεσμεύουν τον φορολογούμενο και στο μέλλον, ενδείκνυται να τις συγγράψει δικηγόρος, ώστε αυτές να μην αντιφάσκουν με μελλοντικά ουσιαστικά και νομικά επιχειρήματα προσφυγών.

Αν ο φορολογούμενος προβλέπει ότι δεν θα κλείσει τον έλεγχο, σκόπιμη είναι η νωρίτερη επαφή με εξειδικευμένο δικηγόρο, ώστε ο τελευταίος να μελετήσει την υπόθεση προτού ξεκινήσει η 20ήμερη προθεσμία.

Δεν είναι καθόλου σπάνιο, ο φορολογούμενος να καταφέρει να μειώσει σημαντικά τον Προσωρινό καταλογισμό στο στάδιο αυτό. Και οι Οριστικές καταλογιστικές πράξεις να επιβληθούν για (περισσότερο ή λιγότερο) μικρότερα ποσά από τα αρχικά.

Μειωμένες ή όχι, οι Οριστικές πράξεις προσβάλλονται με ενδικοφανή προσφυγή σε προθεσμία 30 ημερών ενώπιον της ΔΕΔ. Δεν επιτρέπεται απευθείας προσφυγή στα Διοικητικά Δικαστήρια.

Στη ΔΕΔ ο εξειδικευμένος φορολογικός δικηγόρος τυπικά εξακολουθεί να μην είναι υποχρεωτικός. Ωστόσο, επειδή όσα επιχειρήματα δεν προβληθούν στο στάδιο της ενδικοφανούς προσφυγής, ίσως δεν μπορούν να προβληθούν αργότερα, σκόπιμο είναι η ενδικοφανής προσφυγή να συνταχθεί από δικηγόρο.

Το ΣτΕ έχει κρίνει (157/2023, 7μελούς) ότι προβάλλονται δικαστικώς λόγοι που δεν έχουν προβληθεί στην ενδικοφανή προσφυγή, μόνον “περί εσφαλμένης ερμηνείας και πλημμελούς εφαρμογής κανόνων δικαίου, οι οποίοι προϋποθέτουν μεν έρευνα περί της συνδρομής ή έλλειψης συνδρομής κρίσιμων πραγματικών περιστατικών, εφόσον, όμως, αυτά εμπίπτουν αποκλειστικά στη σφαίρα γνώσης της φορολογικής διοίκησης, και όχι του φορολογουμένου, χωρίς να απαιτείται εκ μέρους του δικάζοντος διοικητικού δικαστηρίου ή της φορολογικής διοίκησης εκτεταμένη έρευνα ή διασταυρωτικός έλεγχος της συνδρομής ή έλλειψης συνδρομής τους.”

Τι ακριβώς σημαίνει αυτό, καλύτερα να μην χρειαστεί να μάθει κανείς. Ας αξιοποιείται συνεπώς το πλήρες νομικό και ουσιαστικό οπλοστάσιο του φορολογουμένου στο στάδιο της ενδικοφανούς προσφυγής.

Αν η ενδικοφανής προσφυγή απορριφθεί ολικά ή μερικά, απομένει η προσφυγή στα Διοικητικά Δικαστήρια σε προθεσμία πάλι 30 ημερών, που υπογράφεται υποχρεωτικώς από δικηγόρο.

Ενόσω εκκρεμεί ενδικοφανής ή δικαστική προσφυγή, ο φορολογούμενος οφείλει όσα ποσά του έχουν επιβληθεί, εφόσον δεν κατόρθωσε με χωριστή διοικητική ή δικαστική, αντίστοιχα, διαδικασία την αναστολή εκτέλεσης των επιβαρύνσεων.

Δεν αποτελεί προϋπόθεση προσφυγής η καταβολή τμήματος των επιβαρύνσεων – αντίθετα με σχετικό παλαιό αστικό μύθο. Όμως αν καταβληθεί 50% των επιβαρύνσεων εκκρεμούσης ενδικοφανούς ή δικαστικής προσφυγής, το λοιπό 50% αναστέλλεται αυτοδικαίως.

Προσοχή: Ακόμη και στη διάρκεια οποιασδήποτε αναστολής, οι τόκοι για όσα ποσά έχουν ανασταλεί, συνεχίζουν να τρέχουν. Εάν απορριφθεί η προσφυγή, τόκοι οφείλονται αναδρομικώς (μαζί με πρόστιμα και φόρους) από όταν ανεστάλη η καταβολή.

Ευχόμαστε κανένας φορολογούμενος αναγνώστης να μην χρειαστεί ποτέ να έχει διαβάσει αυτό το άρθρο. Επειδή όμως ο φορολογικός έλεγχος απλά τυχαίνει όταν δεν τον περιμένεις, καλά είναι να γνωρίζει καθένας τα παραπάνω, ώστε να ενεργήσει σωστά, εάν μια μέρα του κοινοποιηθεί εντολή ελέγχου.