Ευρώπη: Ο λογαριασμός των 2 τρισ. ευρώ από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τους εξοπλισμούς…

Ευρώπη: Ο λογαριασμός των 2 τρισ. ευρώ από τον πόλεμο στην Ουκρανία και τους εξοπλισμούς...
72 / 100 SEO Score

Η Ευρώπη στην παγίδα του πολέμου και των εξοπλισμών

«Ενός κακού δοθέντος μύρια έπονται», έλεγαν οι αρχαίοι πρόγονοί μας, μια ρήση που κολλάει γάντι στην κατάσταση στην οποία έχει περιέλθει η Ευρώπη εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία και της ρήξης με τη Μόσχα.

Γράφει ο Γιώργος Παπανικολάου, euro2day.gr

Οι ηγεσίες της ηπειρωτικής Ευρώπης έκαναν τρία στρατηγικά λάθη. Το πρώτο ήταν ότι δεν προσπάθησαν να παρέμβουν αποφασιστικά, προκειμένου να αποτραπεί η μετάβαση από τη διπλωματία στις εχθροπραξίες και την εισβολή της Ρωσίας.

Η αλήθεια είναι ότι μόνο ο τότε Γερμανός καγκελάριος Σολτς φέρεται να έκανε μια αναιμική προσπάθεια να πείσει τον Ζελένσκι για την επιστροφή της Ουκρανίας σε καθεστώς ουδετερότητας, όπως αποκάλυψε μετά από λίγους μήνες η Wall Street Journal.

Ο τελευταίος όμως αρνήθηκε, προφανώς έχοντας τη στήριξη της τότε ηγεσίας των ΗΠΑ και άλλων ευρωπαϊκών δυνάμεων.

Το δεύτερο λάθος ήρθε στις διαπραγματεύσεις ειρήνευσης του 2022, στην Κωνσταντινούπολη, όταν υπήρχε σοβαρή πιθανότητα εξεύρεσης συμβιβαστικής λύσης, που σήμερα φαντάζει άκρως ικανοποιητική για την Ουκρανία.

Καθοριστική φαίνεται πως ήταν τότε και η παρέμβαση του Μπόρις Τζόνσον. Σύμφωνα με τον επικεφαλής της ουκρανικής αντιπροσωπείας, Νταβίντ Αραχάμια, ο τότε Βρετανός πρωθυπουργός προέτρεψε το Κίεβο να μην υπογράψει συμφωνία και να συνεχίσει τον πόλεμο.

Το τρίτο -και ίσως το μεγαλύτερο- ήταν όταν οι Ευρωπαίοι αποφάσισαν να αναλάβουν σχεδόν αποκλειστικά το κόστος του πολέμου, καθώς ο Ντόναλντ Τραμπ, ως νέος πρόεδρος των ΗΠΑ, διαχώρισε τη θέση του.

Η Ιστορία είναι εκείνη που θα μελετήσει πώς οι ευρωπαϊκές ηγεσίες αφέθηκαν να παρασυρθούν από τις ΗΠΑ σε έναν πόλεμο, στον οποίο, δίκην τραγικής ειρωνείας, κλήθηκαν στη συνέχεια να αναλάβουν σχεδόν αποκλειστικά το βάρος.

Αυτό που έχει σήμερα σημασία, λόγω της γενικευμένης αναταραχής στον κόσμο, της οικονομικής οπισθοχώρησης της Ευρώπης, αλλά και των υψηλών χρεών και ελλειμμάτων σε πολλές χώρες-μέλη της ΕΕ, είναι οι τεράστιες οικονομικές συνέπειες που είχαν αυτά τα λάθη.

Διότι ο λογαριασμός, όπως θα δείξουμε στη συνέχεια, ανέρχεται ήδη σε περίπου 2 τρισεκατομμύρια ευρώ! Ένα χρηματικό ποσό που επιβαρύνει κρατικούς προϋπολογισμούς, νοικοκυριά και επιχειρήσεις, εμποδίζει την ανάπτυξη και απειλεί να ανατρέψει την κατεστημένη πολιτική τάξη.

1logariasmos polemou 2026

Προ ημερών, ο νυν καγκελάριος της Γερμανίας, Φρίντριχ Μερτς, δήλωσε ότι τυχόν εγκατάλειψη της στήριξης της Ουκρανίας θα έχει «τεράστιες επιπτώσεις στην πολιτική τάξη της Ευρώπης».

Ίσως να του διαφεύγει (παρά την καταρράκωση της δημοτικότητάς του και τα ολέθρια εκλογικά και δημοσκοπικά αποτελέσματα στη χώρα του), όμως το ίδιο ακριβώς αποτέλεσμα θα έχει και η συνέχιση της «άνευ όρων» υποστήριξης της Ουκρανίας!

Ουκρανία: Ο λογαριασμός πέρα από τη βοήθεια

Λίγοι γνωρίζουν ότι η συνολική στήριξη της ΕΕ και των κρατών-μελών της προς την Ουκρανία, μαζί με τις ανειλημμένες δεσμεύσεις, φτάνει τα 343,7 δισ. ευρώ, σύμφωνα με τα δεδομένα του Kiel Institute, έως τις 31 Αυγούστου 2026.

 

Όμως, το ποσό αυτό ωχριά μπροστά στον ευρύτερο λογαριασμό που σχηματίζουν η ενεργειακή κρίση, οι λοιπές κυρώσεις στη Ρωσία και η στήριξη της Ουκρανίας και των προσφύγων της. Με συντηρητική προβολή των διαθέσιμων στοιχείων έως τα μέσα Οκτωβρίου 2026, η συνολική επιβάρυνση για την ΕΕ ξεπερνά πλέον το 1,5 τρισ. ευρώ!

Η άνοδος των τιμών των εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων -πετρελαίου, φυσικού αερίου και άνθρακα- κόστισε στην ΕΕ επιπλέον 930 δισ. ευρώ μόνο για την περίοδο 2021-2024, σε σύγκριση με το κόστος των ίδιων ποσοτήτων σε τιμές προ κρίσης, σύμφωνα με μελέτη της Ember Energy.

Οι λοιπές κυρώσεις και η οικονομική αποσύνδεση από τη Ρωσία υπολογίζεται συντηρητικά ότι προκάλεσαν εταιρικές ζημιές μεταξύ 40 και 60 δισ. ευρώ, με βάση επεξεργασία στοιχείων του KSE Institute.

Επιπλέον, το δημοσιονομικό κόστος των προσφύγων από την Ουκρανία ανέρχεται σε περίπου 163 δισ. ευρώ για την περίοδο 2022-2025, σύμφωνα και πάλι με το Kiel Institute, όπως παρατίθεται από την Υπηρεσία Έρευνας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου.

Εύκολα αντιλαμβάνεται κάποιος από το μέγεθος των αριθμών, ιδίως αναφορικά με την αύξηση του κόστους ενέργειας, ότι η έμμεση ζημία είναι επίσης τεράστια. Και εκφράζεται στη μείωση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής βιομηχανίας, στην αποβιομηχάνιση (με επίκεντρο τη Γερμανία), στον πληθωρισμό και στην αύξηση του κόστους ζωής.

Οδηγώντας έτσι στην αυξανόμενη δυσαρέσκεια μεγάλης μερίδας των Ευρωπαίων πολιτών για την οικονομική τους κατάσταση, ασχέτως αν κατανοούν το μέγεθος της ζημίας και τα λάθη που έγιναν στην υπόθεση της Ουκρανίας.

Το δεύτερο μέτωπο: Αμυντικές δαπάνες

Υπάρχει όμως και ένα τεράστιο έμμεσο κόστος, επιπλέον των παραπάνω, που είναι σχετικά εύκολα μετρήσιμο. Η αλματώδης αύξηση των αμυντικών δαπανών, με βασικό λόγο τη «ρωσική απειλή», που κάθε χρόνο προβάλλεται και πιο έντονα μέσα από την αντιπαράθεση για την Ουκρανία.

Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωπαϊκού Οργανισμού Άμυνας (EDA), από 259 δισ. ευρώ το 2021 οι αμυντικές δαπάνες των 27 κρατών-μελών της ΕΕ φτάνουν τα 454 δισ. ευρώ το 2026, με αύξηση 75% σε πραγματικούς όρους.

Αν αθροίσουμε όσα δαπανήθηκαν κάθε χρόνο πάνω από το επίπεδο του 2021, η πρόσθετη αμυντική δαπάνη για την περίοδο 2022-2026 φτάνει περίπου τα 492 δισ. ευρώ σε τιμές του 2025.

Η πρόσθετη αυτή δαπάνη δείχνει γιατί ο ευρύτερος λογαριασμός κινείται πλέον στην περιοχή των 2 τρισ. ευρώ. Και περίπου άλλα τόσα, δηλαδή επιπλέον μισό τρισ. ευρώ, είναι οι πρόσθετες αμυντικές δαπάνες που έχουν δεσμευτεί ότι θα κάνουν οι χώρες-μέλη της ΕΕ (μαζί και με τον κεντρικό προϋπολογισμό της Ένωσης) στο διάστημα 2027-2030!

Το ερώτημα είναι αν πραγματικά χρειάζονται αυτές οι δαπάνες απέναντι στη Ρωσία του Πούτιν.

Με βάση τα δεδομένα και τις εκτιμήσεις για το 2026, προκύπτει ο ακόλουθος πίνακας, που δείχνει τη συσχέτιση συμβατικών (μη πυρηνικών) αμυντικών δαπανών μεταξύ της Ευρώπης των 27, των χωρών-μελών του ΝΑΤΟ με εξαίρεση τις ΗΠΑ και την Τουρκία, καθώς και μιας ομάδας 13 χωρών που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και τον Καναδά.

2amyna europi rosia 2026

Η σύγκριση γίνεται τόσο σε αγοραίες ισοτιμίες όσο και σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης (PPP).

Όπως προκύπτει, η ΕΕ ξοδεύει ήδη, με δεδομένα 2026, περίπου 60% περισσότερα από τη Ρωσία, σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης. Το ποσοστό ανεβαίνει στο 100%, δηλαδή στο διπλάσιο, όταν μιλάμε για το σύνολο του ΝΑΤΟ, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι ΗΠΑ του Τραμπ και η Τουρκία του Ερντογάν.

Ακόμη και η ομάδα των 13 παραπάνω χωρών, που είναι οι πιο σκληροπυρηνικοί υποστηρικτές της Ουκρανίας, δαπανά για συμβατική άμυνα περίπου 40% περισσότερα από τη Ρωσία σε όρους ισοτιμίας αγοραστικής δύναμης, παρότι η τελευταία βρίσκεται ήδη σε πόλεμο μεγάλης έντασης.

Κι αυτό βεβαίως δημιουργεί ένα κρίσιμο ερώτημα, που ως τώρα δεν έχει ουσιαστική απάντηση. Γιατί θα πρέπει οι χώρες της ΕΕ να δαπανήσουν επιπλέον μισό τρισ. ευρώ τα επόμενα τέσσερα χρόνια, αντί να αξιοποιήσουν πιο ορθολογικά τις ήδη υφιστάμενες δαπάνες;

Ιδίως όταν οι δαπάνες αυτές, κρίνοντας από το πόσο ετοιμοπόλεμοι είναι οι περισσότεροι ευρωπαϊκοί στρατοί, μάλλον δεν αξιοποιούνται όπως πρέπει!

Το πολιτικό κόστος της επιμονής στο λάθος

Σε μια περίοδο υψηλών χρεών και ελλειμμάτων, με τα επιτόκια δανεισμού πολύ υψηλότερα από το παρελθόν, οι περισσότερες κυβερνήσεις της Ευρώπης αισθάνονται υποχρεωμένες να δαπανούν ιλιγγιώδη ποσά εξαιτίας του πολέμου στην Ουκρανία, χωρίς να λογαριάζουν ούτε τις δημοσιονομικές ούτε τις πολιτικές επιπτώσεις.

Εάν δεν αλλάξει κάτι, τα έξοδα αυτά θα συνεχιστούν και τα επόμενα χρόνια. Ήδη ο Ζελένσκι ζήτησε επισήμως άλλα 70 δισ. ευρώ, μόνο για το 2027, ενώ και οι αμυντικές δαπάνες, όπως είδαμε, θα συνεχίσουν να αυξάνονται.

Εκτός κι αν οι περαιτέρω επιπτώσεις της σοβαρής κρίσης στη Μέση Ανατολή, αλλά και οι εξελίξεις στην ίδια την Ουκρανία, υποχρεώσουν τις ευρωπαϊκές ηγεσίες να αλλάξουν πλεύση. Να δεχτούν δηλαδή με ρεαλισμό μια συμβιβαστική διπλωματική λύση, αλλά και μια νέα αρχιτεκτονική ασφαλείας στην Ευρώπη, που θα περιλαμβάνει και τη Ρωσία.

Το μόνο σίγουρο προσώρας είναι ότι εάν συνεχιστεί η δογματική «επιμονή στο λάθος», θα έχει ακόμη πιο δυσβάστακτες οικονομικές, πολιτικές αλλά και γεωπολιτικές συνέπειες.