Στεγαστική κρίση: Πάνω από 4.300 ευρώ/τ.μ. η τιμή πώλησης νεόδμητου διαμερίσματος
Με τιμή πώλησης που προσεγγίζει ή και ξεπερνά τα 4.300 ευρώ/τ.μ. κατά μέσο όρο, η απόκτηση νεόδμητης κατοικίας, εξελίσσεται σε “όνειρο απατηλό” για όλο και μεγαλύτερη μερίδα ενδιαφερόμενων αγοραστών στο λεκανοπέδιο της Αττικής. Το διαχρονικό έλλειμμα προσφοράς, σε συνδυασμό με την κατακόρυφη άνοδο του κόστους κατασκευής, έχουν καταστήσει τις νέες κατασκευές απρόσιτες για το ευρύ αγοραστικό κοινό.
“Σήμερα, το κόστος κατασκευής κυμαίνεται από 2.000 έως 2.500 ευρώ/τ.μ., κάτι που σημαίνει ότι μαζί με το κόστος της γης και το εργολαβικό κέρδος, οι κατασκευαστές πρέπει να πουλήσουν σε τιμές πάνω από 4.000 ευρώ/τ.μ. κατ’ ελάχιστον”, ανέφερε χθες, στο πλαίσιο της Prodexpo 2026, ο κ. Γιάννης Ρεβύθης, ιδρυτής και γενικός διευθυντής της Revithis Real Estate. Ο κ. Ρεβύθης άσκησε κριτική και στο μίγμα των μέτρων που έχει υιοθετήσει η κυβέρνηση για την αντιμετώπιση της στεγαστικής κρίσης. “Δεν έχει καινοτομήσει η κυβέρνηση. Το πρόβλημα που αντιμετωπίζει η Ελλάδα δεν είναι το ίδιο με την υπόλοιπη Ευρώπη κι αυτό επειδή το 50% της χώρας μας ζει στην Αττική και αναζητά να αγοράσει και να νοικιάσει κατοικία στο λεκανοπέδιο. Επομένως, η αστυφιλία είναι το βασικό πρόβλημα, ενώ στην πρόσφατη ΔΕΘ, είχαμε και το μέτρο του πενταπλασιασμού του φόρου μεταβίβασης στο 15% για τους αγοραστές από τρίτες χώρες”, συμπλήρωσε ο κ. Ρεβύθης.
Σύμφωνα με σχετική έρευνα της Deloitte για την ευρωπαϊκή αγορά κατοικίας, η μέση τιμή αγοράς νεόδμητης κατοικίας στην Αθήνα διαμορφώνεται σε 4.360 ευρώ/τ.μ. Αυτό σημαίνει ότι απαιτούνται 16 χρόνια μισθών (μικτών) για την απόκτηση ενός νεόδμητου διαμερίσματος 70 τ.μ. “Είμαστε η τρίτη ακριβότερη πόλη στην Ευρώπη, σε συνάρτηση με την αγοραστική δύναμη των κατοίκων της Αθήνας, ενώ στην αντίστοιχη περσινή έρευνα, η Αθήνα ήταν η δεύτερη ακριβότερη πόλη, αλλά τότε απαιτούνταν περίπου 15 χρόνια μισθών”, σημείωσε ο κ. Χρήστος Κοσμάς, Partner, Strategy & Transactions, Real Estate Leader της Deloitte.
Ο κ. Λευτέρης Ποταμιάνος, Πρόεδρος της Π.Ο.Σ.Μ.Α.Σ. επισήμανε και τις ανεδαφικές προσδοκίες πολλών ιδιοκτητών για υψηλές τιμές, λέγοντας πως ο επαγγελματίας που πλησιάζει τον ιδιοκτήτη θα πρέπει να τον συμβουλέψει σωστά γιατί αλλιώς βλάπτει την αγορά. Το ίδιο ζήτημα, της αναντιστοιχίας δηλαδή ανάμεσα στα “θέλω” των πωλητών και τα αντίστοιχα των αγοραστών, επισήμανε και ο κ. Νίκος Γαλάτης, διευθύνων σύμβουλος της Golden Home.
Σύμφωνα με τον κ. Δημήτρη Μελαχροινό, διευθύνοντα σύμβουλο του Spitogatos.gr, “το έλλειμμα προσφοράς που εντοπίζουμε κι εμείς, θεωρούμε ότι αντανακλά την τρέχουσα ανισορροπία της αγοράς, αλλά και την αδυναμία του ελληνικού νοικοκυριού να ανταποκριθεί στις τιμές αυτές. Το τελευταίο 12μηνο, παρατηρούμε πάντως ότι ο ετήσιος ρυθμός ανόδου των ζητούμενων τιμών είναι 5%, που αποτελεί και τον χαμηλότερο από τότε που ξεκίνησε η αύξηση των τιμών μετά την κρίση”. Ωστόσο, στα ακίνητα που κοστίζουν λιγότερο από 250.000 ευρώ, που είναι και τα πιο περιζήτητα, οι τιμές αυξάνονται με ταχύτερο ρυθμό, ενώ στα ακριβότερα ακίνητα (+500.000 ευρώ), οι τιμές έχουν σχεδόν σταθεροποιηθεί. “Αυτό που βλέπουμε είναι ότι υπάρχει μεγάλο έλλειμμα προσιτής κατοικίας”, συμπλήρωσε ο κ. Μελαχροινός.
…………………..
Στεγαστική ασφυξία: Έως 8 φορές μεγαλύτερη η πίεση στα φθηνά σπίτια
Σε ασφυκτικό κλοιό βρίσκεται η αγορά προσιτής κατοικίας στην Ελλάδα, καθώς η ζήτηση για οικονομικά ακίνητα αυξάνεται πολύ ταχύτερα από τη διαθέσιμη προσφορά, εντείνοντας τις πιέσεις σε ενοίκια και τιμές πώλησης. Τα στοιχεία του Spitogatos αποτυπώνουν μια αγορά δύο ταχυτήτων, στην οποία τα φθηνότερα σπίτια συγκεντρώνουν δυσανάλογα μεγάλο ενδιαφέρον, την ώρα που η εξεύρεση κατοικίας σε προσιτό κόστος εξελίσσεται σε ολοένα δυσκολότερη υπόθεση για τα νοικοκυριά.
Η στεγαστική πίεση είναι ιδιαίτερα έντονη στα χαμηλότερα μισθώματα και στις κατοικίες που βρίσκονται εντός των οικονομικών δυνατοτήτων περισσότερων ενδιαφερομένων. Η αναντιστοιχία ανάμεσα στη ζήτηση και στην προσφορά δεν αφορά μόνο τον συνολικό αριθμό των διαθέσιμων ακινήτων, αλλά και το κατά πόσο αυτά ανταποκρίνονται στις πραγματικές ανάγκες της αγοράς ως προς την τιμή, το μέγεθος και την περιοχή.
Η εικόνα που προκύπτει από την ανάλυση του Spitogatos, η οποία παρουσιάστηκε στο πλαίσιο της Prodexpo 2026, αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ελληνικής στεγαστικής αγοράς: η ύπαρξη κατοικιών δεν συνεπάγεται αυτομάτως και επάρκεια προσιτών επιλογών για όσους αναζητούν σπίτι προς ενοικίαση ή αγορά.
Η ζήτηση αυξάνεται, η προσιτή κατοικία γίνεται δυσεύρετη
Η πίεση είναι εντονότερη στις κατοικίες χαμηλού κόστους, καθώς το ενδιαφέρον των υποψήφιων ενοικιαστών συγκεντρώνεται σε ένα περιορισμένο τμήμα της αγοράς. Όσο χαμηλότερο είναι το ζητούμενο μίσθωμα, τόσο μεγαλύτερος γίνεται ο αριθμός των ενδιαφερομένων που διεκδικούν κάθε διαθέσιμο ακίνητο.
Αντίστοιχη ανισορροπία καταγράφεται και στην αγορά κατοικιών προς πώληση, όπου η ζήτηση για ακίνητα που θεωρούνται οικονομικά προσιτά υπερβαίνει την προσφορά. Το αποτέλεσμα είναι να περιορίζονται οι διαθέσιμες επιλογές για τα νοικοκυριά που δεν έχουν τη δυνατότητα να ανταποκριθούν στις υψηλές ζητούμενες τιμές, ενώ η αναζήτηση κατοικίας απαιτεί περισσότερο χρόνο και συμβιβασμούς ως προς την περιοχή ή τα χαρακτηριστικά του ακινήτου.
Τριπλάσια η πίεση στις ενοικιάσεις σε σχέση με τις πωλήσεις
Σε πανελλαδικό επίπεδο, για κάθε διαθέσιμο ακίνητο προς ενοικίαση καταγράφονται κατά μέσο όρο 2,4 μοναδικά αιτήματα ενδιαφέροντος, έναντι 0,79 για κάθε ακίνητο προς πώληση. Οι αναζητήσεις φτάνουν τις 23 ανά διαθέσιμο ακίνητο στην αγορά ενοικίασης, έναντι σχεδόν 12 στην αγορά πώλησης, γεγονός που αποτυπώνει τη μεγαλύτερη ένταση της ζήτησης για μισθωμένη κατοικία.
Το πρόβλημα γίνεται εντονότερο στα οικονομικότερα ακίνητα. Στην Αττική, η ζήτηση για κατοικίες με μηνιαίο ενοίκιο κάτω από 600 ευρώ υπερβαίνει σημαντικά τη διαθέσιμη προσφορά, ενώ αρκετά από τα ακίνητα αυτής της κατηγορίας βρίσκονται σε χαμηλή ενεργειακή κλάση ή χρειάζονται ανακαίνιση και άλλες παρεμβάσεις.
Στην αγορά πώλησης, το μεγαλύτερο έλλειμμα αφορά κατοικίες αξίας έως 300.000 ευρώ, στις οποίες συγκεντρώνεται η πλειονότητα των αναζητήσεων από Έλληνες ενδιαφερομένους. Αντίθετα, στα ακίνητα αξίας άνω των 550.000 ευρώ, η σχέση προσφοράς και ζήτησης εμφανίζεται περισσότερο ισορροπημένη.
Ενδεικτική της έντασης του προβλήματος είναι η εικόνα στο Κεφαλάρι, όπου καταγράφονται σχεδόν οκτώ αιτήματα ενδιαφέροντος ανά διαθέσιμο ακίνητο και 262 αναζητήσεις ανά κατοικία αξίας έως 300.000 ευρώ. Στο Νέο Ψυχικό, αντίστοιχα, ιδιαίτερα υψηλή είναι η πίεση για κατοικίες με ενοίκιο έως 600 ευρώ.
Σύμφωνα με τον διευθύνοντα σύμβουλο του Spitogatos, Δημήτρη Μελαχροινό, η προσιτή κατοικία δέχεται κατά μέσο όρο οκταπλάσια πίεση σε σχέση με την ακριβότερη. Σε γειτονικές περιοχές, οι αποκλίσεις στην ένταση της ζήτησης μπορούν να φτάσουν τις 12 έως 14 φορές, στοιχείο που αναδεικνύει τις σημαντικές τοπικές ανισορροπίες.
Οι εκπρόσωποι της εταιρείας υπογραμμίζουν ότι απαιτείται ουσιαστική αύξηση της προσφοράς κατοικιών. Όπως επισημάνθηκε, προγράμματα ενίσχυσης της αγοραστικής δύναμης, όπως το «Σπίτι μου», μπορούν να διευκολύνουν συγκεκριμένες ομάδες νοικοκυριών, αλλά όταν δεν συνοδεύονται από αντίστοιχη αύξηση των διαθέσιμων ακινήτων ενδέχεται να εντείνουν την ανισορροπία μεταξύ προσφοράς και ζήτησης. Η έμφαση, σύμφωνα με το Spitogatos, πρέπει να δοθεί σε στοχευμένες παρεμβάσεις που λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής.