Martin Wolf: Πόσο θα αντέξει η παγκόσμια οικονομία τον πόλεμο στο Ιράν – Ο κίνδυνος νέου ενεργειακού σοκ

Martin Wolf: Πόσο θα αντέξει η παγκόσμια οικονομία τον πόλεμο στο Ιράν – Ο κίνδυνος νέου ενεργειακού σοκ
63 / 100 SEO Score

Η παγκόσμια οικονομία έχει απορροφήσει μέχρι στιγμής τις συνέπειες της σύγκρουσης καλύτερα από ό,τι αναμενόταν, χάρη στην προσαρμογή της αγοράς ενέργειας, στην αύξηση της παραγωγής εκτός Μέσης Ανατολής και στις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Ωστόσο, η εξάντληση των αποθεμάτων, το δημόσιο χρέος και η αβεβαιότητα για την πορεία του πολέμου διατηρούν ανοιχτό τον κίνδυνο μιας νέας κρίσης.

Ο πόλεμος στο Ιράν, που αρχικά αποσκοπούσε στην ταχεία ανατροπή του καθεστώτος της Τεχεράνης, έχει εισέλθει στον όγδοο μήνα του, χωρίς να διαφαίνεται σαφής προοπτική τερματισμού. Σε ανάλυσή του στους Financial Times, ο Martin Wolf εξετάζει τις επιπτώσεις της σύγκρουσης στην παγκόσμια οικονομία, επισημαίνοντας ότι, παρά τις σοβαρές στρατηγικές αστοχίες που έχουν καταγραφεί, οι οικονομικές συνέπειες παραμένουν μέχρι στιγμής πιο περιορισμένες από τις αρχικές προβλέψεις.

Επικαλούμενος την ανάλυση του καθηγητή του Πανεπιστημίου του Σικάγο John Mearsheimer, ο Wolf περιγράφει τον πόλεμο ως μία από τις μεγαλύτερες στρατηγικές αποτυχίες των ΗΠΑ. Σύμφωνα με αυτή την προσέγγιση, η Ουάσιγκτον υποτίμησε τις δυσκολίες που συνεπάγεται η ανατροπή ενός καθεστώτος αποκλειστικά μέσω αεροπορικών επιθέσεων, ενώ δεν είχε επαρκές εναλλακτικό σχέδιο για το ενδεχόμενο κλεισίματος των Στενών του Ορμούζ. Παράλληλα, οι βασικοί στόχοι της αμερικανικής στρατιωτικής επιχείρησης, από την αλλαγή καθεστώτος έως τον περιορισμό του πυρηνικού και πυραυλικού προγράμματος του Ιράν, παραμένουν, σύμφωνα με την ανάλυση, ανεκπλήρωτοι.

Παρά τη διατάραξη της ενεργειακής τροφοδοσίας, οι διεθνείς αγορές απέφυγαν μέχρι στιγμής το ακραίο σενάριο που προέβλεπε πετρέλαιο στα 200 δολάρια το βαρέλι και εκτεταμένη παγκόσμια ύφεση. Όπως αναφέρει ο Wolf, οι τιμές του πετρελαίου κορυφώθηκαν στα 126 δολάρια το βαρέλι τον Απρίλιο του 2026, ενώ στη συνέχεια υποχώρησαν σε επίπεδα κοντά στον μακροχρόνιο μέσο όρο τους. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την εξέλιξη διαδραμάτισαν η μικρότερη εξάρτηση της παγκόσμιας οικονομίας από το πετρέλαιο, η προσαρμοστικότητα των εφοδιαστικών αλυσίδων, η αύξηση της παραγωγής από χώρες εκτός Μέσης Ανατολής και η αξιοποίηση των διαθέσιμων αποθεμάτων.

Σημαντική ήταν και η προσαρμογή των εξαγωγών από τον Περσικό Κόλπο. Σύμφωνα με προκαταρκτικές εκτιμήσεις που παραθέτει ο Wolf, οι περιφερειακές εξαγωγές αργού πετρελαίου έφτασαν περίπου τα 16,3 εκατ. βαρέλια ημερησίως έως τα τέλη Σεπτεμβρίου, έναντι 19,5 εκατ. βαρελιών τον Φεβρουάριο. Από αυτά, περίπου 9,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως μεταφέρονταν μέσω των Στενών του Ορμούζ. Ωστόσο, οι ζημιές στα διυλιστήρια της περιοχής έχουν προκαλέσει ελλείψεις σε συγκεκριμένα προϊόντα, με το ντίζελ, το φυσικό αέριο και το θείο να εμφανίζουν εντονότερες πιέσεις στις τιμές από ό,τι το αργό πετρέλαιο.

Ένας ακόμη παράγοντας που έχει συμβάλει στην ανθεκτικότητα της παγκόσμιας οικονομίας είναι η μεγάλη επενδυτική έκρηξη που συνδέεται με την τεχνητή νοημοσύνη. Όπως επισημαίνεται στην ανάλυση, οι επενδύσεις αυτές έχουν στηρίξει την οικονομική δραστηριότητα σε μια περίοδο έντονων γεωπολιτικών αναταράξεων. Ωστόσο, ο Wolf προειδοποιεί ότι η μελλοντική συμβολή τους δεν είναι δεδομένη, καθώς έχει σημασία τόσο ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων όσο και η πραγματική οικονομική απόδοση των νέων τεχνολογιών. Εάν η επενδυτική δυναμική εξασθενήσει χωρίς να προκύψουν τα αναμενόμενα οφέλη παραγωγικότητας, ένα σημαντικό στήριγμα της παγκόσμιας ανάπτυξης θα μπορούσε να περιοριστεί.

Στους κινδύνους προστίθεται και η διαχείριση του δημόσιου χρέους σε περιβάλλον υψηλότερων επιτοκίων. Ο Wolf επισημαίνει ότι χώρες όπως η Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο και οι ΗΠΑ είναι εκτεθειμένες στις επιπτώσεις της αύξησης του κόστους δανεισμού. Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι οικονομίες με μεγάλο όγκο βραχυπρόθεσμου δημόσιου χρέους, καθώς χρειάζεται να αναχρηματοδοτούν συχνότερα τις υποχρεώσεις τους και επηρεάζονται ταχύτερα από τις μεταβολές των επιτοκίων.

Η διάρκεια του ενεργειακού σοκ θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από την εξέλιξη του πολέμου και τη δυνατότητα διατήρησης της σημερινής ισορροπίας στην αγορά. Η συνεχιζόμενη μείωση των αποθεμάτων δεν μπορεί να διαρκέσει επ’ αόριστον, ενώ ενδεχόμενη ανάκαμψη της εγχώριας ζήτησης στην Κίνα θα μπορούσε να αυξήσει τις πιέσεις στην παγκόσμια αγορά πετρελαίου. Την ίδια στιγμή, μια νέα κλιμάκωση των επιθέσεων και ζημιές στις ενεργειακές υποδομές των χωρών του Κόλπου θα μπορούσαν να περιορίσουν περαιτέρω την προσφορά και να οδηγήσουν τις τιμές σε σαφώς υψηλότερα επίπεδα.

Στο πολιτικό πεδίο, ο Wolf εξετάζει διαφορετικά σενάρια για την επόμενη ημέρα, από την κλιμάκωση της αμερικανικής στρατιωτικής δράσης μετά τις ενδιάμεσες εκλογές έως την αποκλιμάκωση των εχθροπραξιών και μια άτυπη κατάπαυση του πυρός. Επισημαίνει ότι η αβεβαιότητα γύρω από τις αποφάσεις του Ντόναλντ Τραμπ, τις δυνατότητες αντίδρασης του Ιράν και τη στάση του αμερικανικού Κογκρέσου καθιστά δύσκολη οποιαδήποτε ασφαλή πρόβλεψη για την πορεία της σύγκρουσης και τις επιπτώσεις της στις διεθνείς αγορές ενέργειας.

ΠΗΓΗ