Νομοσχέδιο για προστασία των εγγυητών…
Χιλιάδες είναι οι εγγυητές που τα τελευταία χρόνια έχουν πιαστεί εξαπίνης και καλούνται να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες αναγκαστικής εκτέλεσης στη δική τους περιουσία, απλώς επειδή κάποια στιγμή υπέγραψαν για να λάβει ένα δάνειο το παιδί τους ή ένας συγγενής.
Το νέο νομοσχέδιο του Υπουργείου Οικονομικών έρχεται να ρυθμίσει εκ νέου τη σχέση του εγγυητή με τον servicer, τις δυνατότητες διαπραγμάτευσης και την προστασία της πρώτης κατοικίας, αλλάζοντας ριζικά το υφιστάμενο πλαίσιο του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών.
Αν και δεν είναι η πρώτη φορά που δίνονται ξεχωριστά δικαιώματα στους εγγυητές, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν η αυτοτελής πλέον μεταχείρισή τους και κυρίως οι έννομες συνέπειες της συμφωνίας που ενδεχομένως θα υπογράψουν.
Το σχέδιο νόμου εισάγει ειδική διαδικασία διμερούς διαπραγμάτευσης μεταξύ οφειλετών και τραπεζών ή εταιρειών διαχείρισης απαιτήσεων, η οποία αφορά την απευθείας συνεννόησή τους και δεν πρέπει να συγχέεται με τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών του ν. 4738/2020, ο οποίος μπορεί να λειτουργεί συμπληρωματικά.
Πρόκειται για έναν μηχανισμό που επιτρέπει στον οφειλέτη να διαπραγματευτεί απευθείας με την τράπεζα ή τον servicer νέους όρους αποπληρωμής του δανείου του, όπως μικρότερη μηνιαία δόση, επιμήκυνση της διάρκειας ή ακόμη και διαγραφή μέρους της οφειλής, εφόσον συμφωνήσει ο πιστωτής.
Το κυριότερο στοιχείο είναι ότι η διαπραγμάτευση δεν αφήνεται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια της τράπεζας, αφού υπάρχει μέσα σε συγκεκριμένη προθεσμία υποχρέωση εξέτασης των οικονομικών δεδομένων του οφειλέτη και αιτιολογημένη απάντηση στο αίτημά του. Σε αντίθεση με τον εξωδικαστικό μηχανισμό, που αποσκοπεί στη συνολική αντιμετώπιση των χρεών προς τράπεζες, servicers, Δημόσιο και ασφαλιστικά ταμεία μέσω μιας κατά βάση αυτοματοποιημένης διαδικασίας, εδώ η διαπραγμάτευση αφορά συγκεκριμένη δανειακή σχέση και πραγματοποιείται απευθείας με τον πιστωτή, χωρίς να εντάσσονται στη συμφωνία οι υπόλοιπες οφειλές του ενδιαφερομένου.
Σε αυτή, λοιπόν, τη νέα διαδικασία η καινοτομία έγκειται ότι θα μπορεί να διαπραγματευτεί και ο εγγυητής απευθείας με τους πιστωτές, ενώ για κάθε βήμα θα πρέπει να ενημερώνεται και να καλείται προς συμμετοχή.
Αυτό σημαίνει ότι, εάν ένας γονέας έχει εγγυηθεί το στεγαστικό δάνειο του παιδιού του, η δυνατότητα να επιδιώξει ρύθμιση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από τη στάση του παιδιού του απέναντι στον servicer, αλλά μπορεί να κινήσει αυτοτελώς τη διαπραγμάτευση.
Η αυτοτέλεια αυτή έχει ιδιαίτερη πρακτική σημασία σε περιπτώσεις όπου ο πρωτοφειλέτης δε συνεργάζεται, δεν επιθυμεί να προχωρήσει σε διαπραγμάτευση ή έχει ήδη αποτύχει να καταλήξει σε συμφωνία.
Δε σημαίνει, ωστόσο, ότι ο εγγυητής αποκτά δικαίωμα να επιβάλει μονομερώς στον πιστωτή συγκεκριμένους όρους αποπληρωμής. Ο πιστωτής εξακολουθεί να αξιολογεί το αίτημα και μπορεί να το απορρίψει, εφόσον αιτιολογήσει την απόφασή του.
ΘΑ ΠΡΟΣΤΑΤΕΥΕΤΑΙ Η ΚΥΡΙΑ ΚΑΤΟΙΚΙΑ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΓΓΥΗΤΗ
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η διάταξη που εισάγει περιορισμούς στη λήψη μέτρων αναγκαστικής εκτέλεσης κατά τη διάρκεια της διμερούς διαδικασίας. Σύμφωνα με αυτή, από την υποβολή πλήρους αίτησης μέχρι την ολοκλήρωση της διαπραγμάτευσης δεν επιτρέπεται στον πιστωτή να επισπεύσει κατάσχεση ή πλειστηριασμό στην κύρια κατοικία του αιτούντος.
Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα απαγορεύονται επίσης η λήψη ασφαλιστικών μέτρων επί της συγκεκριμένης κατοικίας, η εγγραφή υποθήκης και η μετατροπή προσημείωσης σε υποθήκη.
Επειδή το νέο πλαίσιο εφαρμόζεται ρητά και στους εγγυητές, η διατύπωση περί κύριας κατοικίας του «αιτούντος» δημιουργεί τη βάση για αντίστοιχη προστασία και του εγγυητή που συμμετέχει αυτοτελώς στη διαδικασία.
Η σημαντικότερη πάντως αλλαγή στη θέση του εγγυητή βρίσκεται στη ρύθμιση για την ισχύ της συμφωνίας που θα υπογραφεί σε αυτή τη διμερή διαπραγμάτευση. Η συμφωνία, λοιπόν, αυτή αποκτά ισχύ εκτελεστού τίτλου που ισχύει έναντι όλων, δηλαδή και κατά του εγγυητή.
Τι σημαίνει αυτό στην πράξη; Ότι η συμφωνία δεν αποτελεί απλώς ένα ιδιωτικό έγγραφο με νέους όρους αποπληρωμής, αλλά αποκτά τη δυνατότητα να χρησιμοποιηθεί ως βάση αναγκαστικής εκτέλεσης. Εάν, για παράδειγμα, ένας εγγυητής υπογράψει τη νέα συμφωνία και στη συνέχεια αυτή αθετηθεί, ο πιστωτής θα μπορεί, εφόσον συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις, να στηριχθεί στην ίδια τη σύμβαση για την έναρξη διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, χωρίς να χρειάζεται προηγουμένως να εκδώσει διαταγή πληρωμής για την απαίτηση που καλύπτεται από τη συμφωνία.
Επομένως, από τη στιγμή που υπογράφεται η νέα συμφωνία, τυχόν αθέτησή της σημαίνει ταχύτερες διαδικασίες κατάσχεσης και πλειστηριασμού, αφού θα μπορεί να παραλείπεται το στάδιο της έκδοσης διαταγής πληρωμής. Είναι, λοιπόν, διττή η θέση του εγγυητή, αφού από τη μία του δίνεται η δυνατότητα ενεργούς διαπραγμάτευσης, αλλά από την άλλη το αποτέλεσμα αυτής της διαπραγμάτευσης τον αφορά πιο άμεσα.