ΗΠΑ: Ο πόλεμος με το Ιράν κοστίζει έως 42 δισ. δολάρια
Οι στρατιωτικές απώλειες, οι καταστροφές σε αμερικανικές βάσεις στη Μέση Ανατολή και η εξάντληση κρίσιμων πυρομαχικών αυξάνουν τον λογαριασμό της σύγκρουσης.
Στα 38 έως 42 δισ. δολάρια εκτιμάται το κόστος του πολέμου των ΗΠΑ κατά του Ιράν, σύμφωνα με εκτιμήσεις του αμερικανικού Πενταγώνου και του Γραφείου Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO). Ωστόσο, δεν υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένος οικονομικός απολογισμός, καθώς το ποσό δεν περιλαμβάνει πλήρως τις απώλειες στρατιωτικού εξοπλισμού, τις επισκευές αεροσκαφών και τις ζημιές σε αμερικανικές στρατιωτικές βάσεις στη Μέση Ανατολή. Τα στοιχεία παρουσιάζονται σε ανάλυση του Ουίλιαμ Χάρτουνγκ στο Forbes, την οποία αναδημοσιεύει ο Οικονομικός Ταχυδρόμος.
Σύμφωνα με έκθεση της Υπηρεσίας Ερευνών του Κογκρέσου (CRS), από την έναρξη των επιχειρήσεων έχουν καταγραφεί 81 αμερικανικά στρατιωτικά αεροσκάφη που χάθηκαν ή υπέστησαν ζημιές. Από αυτά, τα 49 είναι μη επανδρωμένα και τα 32 επανδρωμένα, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι όλα έχουν καταστραφεί ολοσχερώς. Ο αριθμός είναι σχεδόν διπλάσιος από εκείνον που είχε αναφερθεί τον Μάιο, ενώ οι απώλειες περιλαμβάνουν μαχητικά, αεροσκάφη ανεφοδιασμού, ελικόπτερα και μέσα συλλογής πληροφοριών.
Ιδιαίτερα σημαντικές είναι οι απώλειες των μη επανδρωμένων αεροσκαφών MQ-9 Reaper, με 45 καταγεγραμμένα περιστατικά. Το κόστος κάθε μονάδας εκτιμάται μεταξύ 30 και 50 εκατ. δολαρίων, ανεβάζοντας τη συνολική ονομαστική αξία τους σε 1,35 έως 2,25 δισ. δολάρια. Σύμφωνα με δημοσίευμα της Washington Post, οι απώλειες αντιστοιχούν περίπου στο ένα τέταρτο του προπολεμικού στόλου των συγκεκριμένων drones, τα οποία χρησιμοποιούνται για επιτήρηση, συλλογή πληροφοριών και επιθέσεις ακριβείας.
Στη λίστα των πληγέντων επανδρωμένων αεροσκαφών περιλαμβάνονται 12 μαχητικά F-15E Strike Eagle, ένα F-35A Lightning II, δύο επιθετικά A-10, επτά αεροσκάφη εναέριου ανεφοδιασμού KC-135 και ένα αεροσκάφος έγκαιρης προειδοποίησης E-3 Sentry. Καταγράφονται επίσης απώλειες αεροσκαφών ειδικών επιχειρήσεων και ελικοπτέρων. Ανάμεσα στα ακριβότερα περιστατικά ήταν η επιχείρηση διάσωσης δύο μελών πληρώματος F-15E τον Απρίλιο, κατά την οποία οι αμερικανικές δυνάμεις κατέστρεψαν δύο αεροσκάφη MC-130J και τέσσερα ελικόπτερα MH-6, ώστε να μην περιέλθουν στα χέρια του αντιπάλου. Η αξία των συγκεκριμένων απωλειών υπολογίζεται σε περισσότερα από 400 εκατ. δολάρια.
Μεγάλη οικονομική επιβάρυνση προκαλούν και οι ζημιές στις αμερικανικές βάσεις. Σύμφωνα με την Κεντρική Διοίκηση των ΗΠΑ (CENTCOM), εκατοντάδες κτίρια και εγκαταστάσεις στην περιοχή έχουν υποστεί ζημιές ή έχουν καταστραφεί, ενώ έχουν πληγεί εξοπλισμός, αισθητήρες και συστήματα υποστήριξης. Ορισμένες εγκαταστάσεις ενδέχεται να μην αποκατασταθούν, με αποτέλεσμα να εξετάζεται ακόμη και η δημιουργία νέων βάσεων σε μεγαλύτερη απόσταση από περιοχές που δέχθηκαν επιθέσεις. Το κόστος των έργων αποκατάστασης ή κατασκευής νέων εγκαταστάσεων δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί.
Οι εκτιμήσεις για την αντικατάσταση του στρατιωτικού εξοπλισμού αποτυπώνουν το μέγεθος της επιβάρυνσης. Έως την 1η Αυγούστου, το CBO υπολόγιζε τις απώλειες εξοπλισμού σε 1,9 δισ. δολάρια, ενώ το κόστος θα μπορούσε να φτάσει τα 3,3 δισ. δολάρια εάν οι ΗΠΑ αντικαθιστούσαν τα χαμένα μέσα με διαθέσιμα σήμερα συστήματα. Συνυπολογίζοντας μεταγενέστερες απώλειες και επισκευές, εκτιμήσεις ανεβάζουν το κόστος πάνω από τα 4 δισ. δολάρια. Παράλληλα, οι επιχειρήσεις έχουν περιορίσει τα αποθέματα πυραύλων Patriot, THAAD, SM-3 και SM-6, με την αναπλήρωσή τους να ενδέχεται να απαιτήσει τουλάχιστον πέντε χρόνια.
Οι επιπτώσεις επεκτείνονται και στον στρατηγικό σχεδιασμό των ΗΠΑ. Αμερικανοί στρατιωτικοί διοικητές ανησυχούν ότι η παρατεταμένη δέσμευση δυνάμεων και πυρομαχικών στη Μέση Ανατολή μπορεί να περιορίσει την ετοιμότητα της χώρας απέναντι σε ενδεχόμενη σύγκρουση με την Κίνα. Το Πεκίνο διαθέτει μεγαλύτερα αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων και πυραύλων cruise από εκείνα που είχε το Ιράν πριν από τον πόλεμο, καθώς και ισχυρότερη βιομηχανική βάση για την παραγωγή τους. Την ίδια στιγμή, η αύξηση της παραγωγής προηγμένων οπλικών συστημάτων από εταιρείες όπως η Lockheed Martin και η Northrop Grumman απαιτεί πρόσθετες επενδύσεις και χρόνο.