Axios: Έξι ουκρανικά «όχι» οδήγησαν στη συμφωνία Τραμπ – Πούτιν για το ντίζελ
Αμερικανός αξιωματούχος υποστηρίζει ότι ο Ζελένσκι αγνόησε επανειλημμένα τα αιτήματα της Ουάσιγκτον για διακοπή των επιθέσεων σε ρωσικά διυλιστήρια. Η συμφωνία για τις εξαγωγές ντίζελ προκαλεί νέα ένταση στις σχέσεις ΗΠΑ – Ουκρανίας, ενώ βρίσκονταν σε εξέλιξη συνομιλίες για τον τερματισμό του πολέμου.
Η απόφαση του Ντόναλντ Τραμπ να προχωρήσει σε συμφωνία με τον Βλαντίμιρ Πούτιν για τις εξαγωγές ρωσικού ντίζελ ελήφθη αφού ο Βολοντίμιρ Ζελένσκι αγνόησε επανειλημμένα αμερικανικά αιτήματα να σταματήσει τις επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια πετρελαίου, σύμφωνα με Αμερικανό αξιωματούχο που μίλησε στο Axios. Η εξέλιξη έχει προκαλέσει νέα κρίση στις σχέσεις Ουάσιγκτον και Κιέβου, δημιουργώντας παράλληλα αβεβαιότητα για τις διπλωματικές προσπάθειες που αποσκοπούν στον τερματισμό του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο Αμερικανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι ο Τραμπ είχε ζητήσει επανειλημμένα από την ουκρανική πλευρά να σταματήσει τα πλήγματα στις ρωσικές ενεργειακές εγκαταστάσεις, καθώς αυτά συνέβαλλαν στην άνοδο των τιμών των καυσίμων στις ΗΠΑ. Κατά την ίδια πηγή, ο Αμερικανός πρόεδρος θεωρούσε ότι οι επιθέσεις επιβάρυναν τόσο τη Ρωσία όσο και τους Αμερικανούς καταναλωτές. Αντίθετα, ο Ζελένσκι δήλωσε ότι αιφνιδιάστηκε από τη συμφωνία με τη Μόσχα, χαρακτηρίζοντάς την «άδικη και ανέντιμη» και υποστηρίζοντας ότι προσφέρει αδικαιολόγητο όφελος στον Πούτιν.

Οι ουκρανικές επιθέσεις σε ρωσικά διυλιστήρια είχαν προκαλέσει σημαντικές διαταραχές στην ενεργειακή παραγωγή της Ρωσίας. Η Μόσχα απάντησε με περιορισμούς στις εξαγωγές ντίζελ, ασκώντας πρόσθετες πιέσεις στις διεθνείς αγορές καυσίμων, οι οποίες ήδη επηρεάζονται από τον πόλεμο στο Ιράν. Ο Ζελένσκι είχε προτείνει στον Τραμπ και στους Αμερικανούς απεσταλμένους Στιβ Γουίτκοφ και Τζάρεντ Κούσνερ να σταματήσει η Ουκρανία τις επιθέσεις στα ρωσικά διυλιστήρια, υπό την προϋπόθεση ότι η Ρωσία θα διέκοπτε τα πλήγματα στις ουκρανικές μονάδες ηλεκτροπαραγωγής. Η Ουάσιγκτον, ωστόσο, επιδίωκε τη μονομερή διακοπή των ουκρανικών επιθέσεων.
Το παρασκήνιο της συμφωνίας αποκαλύφθηκε κατά τη διάρκεια οκτάωρων συνομιλιών στο Μαϊάμι, όπου οι Γουίτκοφ και Κούσνερ συναντήθηκαν με Ουκρανούς και Ευρωπαίους διπλωμάτες. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, οι Αμερικανοί απεσταλμένοι ενημέρωσαν την ουκρανική αντιπροσωπεία ότι ο Τραμπ επρόκειτο να συνομιλήσει με τον Πούτιν και να προχωρήσει στην άρση των κυρώσεων που αφορούσαν τις ρωσικές εξαγωγές ντίζελ. Ουκρανός αξιωματούχος υποστήριξε ότι κατά τις συζητήσεις υπήρξαν απειλές για ενδεχόμενο περιορισμό της πρόσβασης του Κιέβου στις αμερικανικές υπηρεσίες πληροφοριών, εάν συνεχιζόταν η αγνόηση των αμερικανικών αιτημάτων. Αμερικανός αξιωματούχος αρνήθηκε, ωστόσο, ότι διατυπώθηκε τέτοια απειλή.
Η ένταση εκδηλώθηκε ενώ οι διαπραγματεύσεις στο Μαϊάμι αφορούσαν κρίσιμα ζητήματα για τη μεταπολεμική πορεία της Ουκρανίας. Στο επίκεντρο βρέθηκαν οι εγγυήσεις ασφαλείας που θα μπορούσαν να προσφέρουν οι ΗΠΑ, η Ευρώπη και το ΝΑΤΟ στο πλαίσιο μιας ενδεχόμενης συμφωνίας ειρήνης, καθώς και προτάσεις για εδαφικές διευθετήσεις. Παράλληλα, οι Αμερικανοί απεσταλμένοι παρουσίασαν σχέδια για τη χρηματοδότηση της ανοικοδόμησης της χώρας, την ανασυγκρότηση των ουκρανικών ενόπλων δυνάμεων και την κάλυψη των δημοσιονομικών αναγκών που έχουν προκύψει από τον πόλεμο.
Στις συνομιλίες συζητήθηκαν επίσης η ευρωπαϊκή προοπτική της Ουκρανίας, η μελλοντική σχέση της με το ΝΑΤΟ και η πιθανότητα διαμόρφωσης ενός νέου πλαισίου ασφαλείας μεταξύ Ευρώπης και Ρωσίας. Οι Γουίτκοφ και Κούσνερ ενημέρωσαν τις αντιπροσωπείες για πιθανές ενεργειακές συμφωνίες με τη Μόσχα, οι οποίες, σύμφωνα με την αμερικανική πλευρά, θα μπορούσαν να συμβάλουν στη μείωση των τιμών ενέργειας και να ενθαρρύνουν τη Ρωσία να προχωρήσει σε παραχωρήσεις στις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις.
Ωστόσο, κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας διάρκειας 90 λεπτών με τον Τραμπ, ο Πούτιν δεν δεσμεύτηκε για την επανέναρξη των ειρηνευτικών συνομιλιών με την Ουκρανία, σύμφωνα με τον σύμβουλό του για θέματα εξωτερικής πολιτικής, Γιούρι Ουσακόφ. Ο ίδιος απέδωσε την καθυστέρηση στις ουκρανικές επιθέσεις κατά της Ρωσίας, αναφέροντας ότι ο Ρώσος πρόεδρος θα εξετάσει πότε θα μπορούσε να επανεκκινήσει η διαπραγματευτική διαδικασία.