Να μην καταργηθεί η δικηγορική άσκηση
Του δικηγόρου Γεωργίου Ι. Μάτσου
Ο πελάτης θα επισύναπτε τέσσερα έγγραφα σε συμβολαιογραφική πράξη. Τρία μονοσέλιδα, ένα δισέλιδο. Έπρεπε ως δικηγόρος να επικυρώσω ακριβή αντίγραφα.
Οι δύο ασκούμενοι δικηγόροι μου είχαν σκανάρει τα έγγραφα. Αφού μεταβήκαμε με τον πελάτη στον συμβολαιογράφο, έπρεπε ακόμη να τα εκτυπώσουν, να θέσουν σφραγίδες επικύρωσης αντιγράφου, και να τα φέρουν στον συμβολαιογράφο. Δουλειά δέκα λεπτών.
Είχε περάσει πάνω από ώρα. Τα έγγραφα δεν έρχονταν.
“Τώρα τα ετοιμάζουμε”, είπαν αμήχανα στο τηλέφωνο οι δύο φιλότιμοι, έξυπνοι, εργατικοί αλλά άπειροι ασκούμενοι.
Μου έστειλαν με e-mail να ελέγξω τι είχαν ετοιμάσει: Ο νεαρότερος ασκούμενος είχε σκανάρει τα τέσσερα έγγραφα σε ενιαίο αρχείο πέντε σελίδων. Γι’ αυτό μετά πελάγωσαν. Και ετοίμασαν τελικά τα τέσσερα έγγραφα για επικύρωση σαν ένα, με μία μοναδική σφραγίδα επικύρωσης.
Εκνευρισμένος επέστρεψα στο γραφείο για να κάνω την επικύρωση εγώ.
Εκεί, ο παλαιότερος ασκούμενος μου ανακοίνωσε θριαμβευτικά “εντάξει, το κάναμε”. “Λάθος το κάνατε”, τους απάντησα αυθόρμητα. “Μα πώς ξέρετε χωρίς να το έχετε δει;”, απόρησε. “Διότι αν δεν ξέρατε εξαρχής τι να κάνετε, αποκλείεται να καταλάβατε μετά”.
Πράγματι, το δισέλιδο έγγραφο τους είχε μπερδέψει και δεν χώρισαν σωστά τα αυτοτελή έγγραφα κατά την εκτύπωση. Έμειναν με το στόμα ανοικτό, συνειδητοποιώντας το στοιχειώδες λάθος.
Ο παλαιότερος ασκούμενος είχε πρόσφατα ξεκινήσει δεύτερο μεταπτυχιακό, αντίθετα στη συμβουλή μου: “Κατάλαβες γιατί είναι άχρηστο το δεύτερο μεταπτυχιακό; Εδώ δεν αντιλαμβάνεσαι πού αρχίζει και πού τελειώνει ένα έγγραφο. Δεν το μαθαίνεις αυτό στο μεταπτυχιακό”.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης πιστεύει όμως ότι αν απαγορεύσει την απασχόληση ασκουμένων σε δικηγορικό γραφείο άνω των επτά ωρών ημερησίως, επιβάλει αποκλειστικά “επικουρικό έργο” εντός των δικηγορικών γραφείων και επιβάλει σπουδές σε “Ινστιτούτο Νομικής Επιμόρφωσης” όπου θα κυριαρχούν δικαστές και καθηγητές, η άσκηση θα βελτιωθεί.
Το δικόγραφο όμως δεν είναι θεωρητική υπόθεση. Ούτε είναι υπόθεση καθηγητών και δικαστών που δεν έχουν ως εργασιακό αντικείμενο τη σύνταξη δικογράφων.
Η θεωρία καλύπτει λιγότερο από 20-30% των γνώσεων και της εμπειρίας που απαιτείται για σύνταξη δικογράφου.
Δικηγορία σημαίνει, να σου κοινοποιείται συζήτηση προσωρινής διαταγής για την επομένη, ενώ γράφεις προτάσεις του μεθαυριανού δικαστηρίου.
Ενώ ετοιμάζεις το μεγάλο ποινικό δικαστήριο, να σου προκύπτει αυτόφωρο ή σύλληψη.
Να ψάχνεις αποδεκτό συμβιβασμό για την κατάρτιση σύμβασης με τον δικηγόρο του αντισυμβαλλόμενου, χωρίς να σου δίνει σαφείς οδηγίες ο πελάτης.
Κανένας καθηγητής, κανένας δικαστής δεν μπορεί να διδάξει τι σημαίνει δικόγραφο σε πιεστική προθεσμία. Τι μπορείς να παραλείψεις και τι όχι. Πώς αντιμετωπίζεις πιθανή στρεψοδικία του αντιδίκου. Πώς αποφεύγεις τη “μπανανόφλουδα” που σου πετάει δήθεν “συναδελφικά” ο αντίδικος. Πώς διαχειρίζεσαι το άγχος.
Ούτε δικηγόρος μπορεί να τα “διδάξει” αυτά σε αίθουσα διδασκαλίας.
Μαθαίνονται βιωματικά. Σε κανονική άσκηση σε δικηγορικό γραφείο, όπως τη δικής μου γενιάς, της επόμενης και των παλαιότερων γενιών.
Όχι όπως την αντιμετωπίζει η σημερινή προλεταριοποιημένη γενιά, που θεωρεί τη δικηγορική άσκηση δήθεν “κανονική εργασία” για (υποτιμητικές) εξωτερικές δουλειές, ενώ είναι μαθητεία σε πολύ δύσκολο και σκληρό επάγγελμα.
Θα διδάξουν δικηγορία οι δικαστές, που συνήθως είναι οι χειρότεροι δικηγόροι του εαυτού τους;
Φίλος δικαστής μού ζήτησε παλαιότερα να βάλω συγγενικά του πρόσωπα στο νόμο Κατσέλη, για να προστατευθούν οι εγγυητές των οφειλών γονείς του. “Δεν ασχολούμαι με το νόμο Κατσέλη”, απάντησα, “αλλά αν ενταχθούν οι συγγενείς σου στο νόμο Κατσέλη, οι εγγυητές γονείς σου που δεν θα είναι στο νόμο Κατσέλη, θα κληθούν να πληρώσουν όλα τα χρέη. Δεν το θέλεις”.
Δεν ασχολούμουν με τον νόμο Κατσέλη, αλλά γνώριζα την απάντηση. Ο φίλος μου είχε δικάσει εκατοντάδες υποθέσεις νόμου Κατσέλη, αλλά το πρακτέο τού ήταν άγνωστο.
Γιατί; Διότι δικαστές και καθηγητές ασχολούνται με το αντικειμενικώς ορθό. Οι δικηγόροι υπερασπίζονται υποκειμενικά συμφέροντα. Ο φίλος μου γνώριζε, θεωρητικά, ότι οι μη υπαχθέντες στο νόμο Κατσέλη εγγυητές εξακολουθούν να χρωστούν. Όμως δεν το είχε αντιμετωπίσει στην πράξη και δεν ήταν στο “προσκήνιο του εγκεφάλου του”.
Ο δικηγόρος δεν επιζητεί το νομικά ορθό, αλλά την προστασία των συμφερόντων του πελάτη του.
Μελετούσα κάποτε εφαρμογή συλλογικής σύμβασης εργασίας στους εργαζόμενους πελάτη μου. Κατέληξα σε περίπλοκη ανάλυση, όπου υιοθετούσα, προστατευτικά, τη χειρότερη για τον πελάτη μου δυνατή εκδοχή.
“Δεν έχω τόσα λεφτά για αυξήσεις”, μου είπε τρομοκρατημένος. “Μην ανησυχείτε”, απάντησα, “θα σας γράψω επιστολή, που θα εξηγεί πειστικά ότι δεν οφείλετε αυξήσεις. Μετά, διαπραγματευτείτε με τους εργαζόμενους”.
Διαβάζοντας στο δεύτερο πόνημά μου τα ακριβώς αντίθετα συμπεράσματα από το πρώτο, απόρησα με το “θράσος” μου να ισχυρίζομαι εξίσου πειστικά, διαμετρικά αντίθετα πράγματα για την ίδια υπόθεση.
Όμως το πρώτο πόνημα περιείχε πιθανά επιχειρήματα αντίδικου. Το δεύτερο, επιχειρήματα υπέρ του πελάτη μου. Ένα τρίτο, με τα ειλικρινή μου συμπεράσματα, θα ήταν η γνώμη δικαστή ή καθηγητή.
Η θεωρητική κατάρτιση στα νομικά κατατείνει πάντοτε στο αντικειμενικά σωστό, που είναι δουλειά δικαστών και καθηγητών. Όχι δικηγόρου. Ο δικηγόρος πρέπει να γνωρίζει και τα δικά του επιχειρήματα, και τα πιθανά επιχειρήματα του αντιδίκου, και τις άπειρες διαφοροποιήσεις πιθανής δικαστικής διένεξης.
Κανένας καθηγητής και κανένας δικαστής δεν μπορεί να τα διδάξει αυτά.
Θα διδαχθεί, λέει, “διαχείριση δικηγορικού γραφείου”. Δηλαδή; Το πώς θα μιλήσεις σε κάθε διαφορετικό πελάτη ώστε να τον κερδίσεις έντιμα και χωρίς ψέματα; Πόσο θα χρεώσεις κάθε υπόθεση; Πώς θα αντιμετωπίσεις τα παζάρια; Πώς θα χειριστείς όσους προσπαθούν να σε ‘φεσώσουν’; Θα διδαχθεί επαγγελματισμός, συναδελφικότητα, δεοντολογία στον ομόδικο ή στον αντίδικο δικηγόρο;
Τίποτε τέτοιο δεν μπορεί να διδαχθεί στους τέσσερις τοίχους “Ινστιτούτου”.
Σήμερα, διαρκώς μικρότερο ποσοστό των πλειοψηφικά “προλεταριοποιημένων” ασκουμένων επιθυμεί να ακολουθήσει τον δύσκολο δρόμο και να μάθει πραγματικά τη δικηγορία (γενόμενοι και καλοί δικαστές, αν το επιλέξουν).
Για όσους λίγους ακόμη το επιθυμούν, πρέπει το υπουργείο να διατηρήσει τον παλαιό τύπο άσκησης. Να μην ενδώσει στον επαγγελματικό λαϊκισμό που έχει δηλητηριάσει τη νέα γενιά νομικών.
Αν ενδιαφέρεται πραγματικά για τους ασκουμένους, να χρηματοδοτήσει από τα ΕΣΠΑ ικανοποιητική αμοιβή της πραγματικής δικηγορικής άσκησης, επιβάλλοντας συγκεκριμένες υποχρεώσεις καλής εκπαίδευσης στους ασκώντες δικηγόρους.