Πώς το Μαξίμου “θησαυρίζει” από την καλπάζουσα ακρίβεια στις πλάτες των πολιτών

Πώς το Μαξίμου
70 / 100 SEO Score

Η εκτόξευση του πληθωρισμού και η υπεραπόδοση του ΦΠΑ αποκαλύπτουν την αποτυχία της κυβερνητικής πολιτικής και τα ψευδεπίγραφα επιδόματα

Ενώ τα ελληνικά νοικοκυριά στενάζουν κάτω από το βάρος της αμείλικτης ακρίβειας, με την ενέργεια και τα βασικά αγαθά να εξακολουθούν να εξανεμίζουν το εισόδημά τους, η κυβέρνηση Μητσοτάκη πανηγυρίζει για τα «υπερπλεονάσματα». Η αλήθεια, όμως, που αποκαλύπτουν οι αριθμοί των κρατικών προϋπολογισμών είναι κυνική και αποκαλυπτική. Το κράτος θησαυρίζει από την ίδια την ακρίβεια.

Με τον πληθωρισμό να εκτινάσσεται από το προβλεπόμενο 2,2% στο ασφυκτικό 3,8%, κάθε αγορά στο σούπερ μάρκετ και κάθε λογαριασμός μετατρέπονται σε έναν αόρατο, ποσοστιαίο μηχανισμό αφαίμαξης των πολιτών. Όσο τα προϊόντα ακριβαίνουν, τόσο αυξάνονται αυτόματα και τα έσοδα του Δημοσίου από τον ΦΠΑ, επιβεβαιώνοντας ότι η ακρίβεια λειτουργεί ως ένας τοιχώματος δίχως τέλος κρατικός φόρος.

Το πάρτι των υπερεσόδων και η κοροϊδία των «pass»

Τα στοιχεία είναι αμείλικτα, το Δημόσιο αναμένεται να εισπράξει 1,548 δισ. ευρώ περισσότερα μόνο από τον ΦΠΑ, ενώ τα συνολικά φορολογικά έσοδα και το πρωτογενές πλεόνασμα εκτοξεύονται στα ύψη (3,6% του ΑΕΠ ή 9,548 δισ. ευρώ). Κι όμως, μπροστά σε αυτή την τεράστια και επαναλαμβανόμενη δημοσιονομική υπεραπόδοση, η κυβέρνηση αρνείται πεισματικά να προχωρήσει σε αυτό που ζητά η κοινωνία και η λογική. Στην οριζόντια και μόνιμη μείωση των έμμεσων φόρων και του ΦΠΑ στα βασικά αγαθά.

Αντ’ αυτού, το Μαξίμου επιλέγει την πολιτική των ψίχουλων και των επικοινωνιακών επιδομάτων. Επιστρέφει στους πολίτες ένα ελάχιστο κλάσμα από όσα τους έχει υπερφορολογήσει, στήνοντας έναν φαύλο κύκλο όπου ο καταναλωτής πληρώνει ακριβά την ακρίβεια, το κράτος γεμίζει τα ταμεία του και στη συνέχεια του προσφέρει «pass» και προσωρινές ενισχύσεις για να τον κρατήσει εξαρτημένο. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη αποδεικνύει ότι προτιμά να θρέφει το υπερτροφικό της πλεόνασμα παρά να δώσει μια πραγματική, μόνιμη ανάσα στους πολίτες που δοκιμάζονται καθημερινά.

ΠΗΓΗ

…………………….

Προϋπολογισμός: Η μεγάλη υπέρβαση εσόδων από ΦΠΑ και πώς προέκυψε

Η ακρίβεια μπορεί να πιέζει τους οικογενειακούς προϋπολογισμούς, την ίδια ώρα όμως ενισχύει τα φορολογικά έσοδα του Δημοσίου, με τον ΦΠΑ να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή. Η διατήρηση των τιμών σε υψηλά επίπεδα σημαίνει ότι το κράτος εισπράττει περισσότερο φόρο, καθώς ο ΦΠΑ υπολογίζεται επί της τελικής αξίας των προϊόντων και των υπηρεσιών.

Η εξέλιξη αυτή αποτυπώνεται στο προσχέδιο του νέου προϋπολογισμού για το τρέχον έτος, όπου εκτιμάται ότι τα έσοδα από τον ΦΠΑ θα ανέλθουν στα 30,777 δισ. ευρώ, καταγράφοντας υπέρβαση κατά 1,548 δισ. ευρώ έναντι του στόχου που είχε τεθεί στον προϋπολογισμό. Η υπέρβαση αυτή αποτελεί μία από τις σημαντικότερες πηγές της συνολικής αύξησης των φορολογικών εσόδων, τα οποία προβλέπεται ότι θα διαμορφωθούν στα 75,729 δισ. ευρώ, υψηλότερα κατά 2,085 δισ. ευρώ ή 2,8% σε σχέση με τον αρχικό στόχο.

FPA

Στην υπέρβαση των εσόδων από τον ΦΠΑ οι ανατιμήσεις παίζουν τον πιο καθοριστικό ρόλο. Κάθε ανατίμηση σε προϊόντα και υπηρεσίες αυξάνει αυτομάτως και τον φόρο που περιλαμβάνεται στην τελική τιμή, ενισχύοντας τις εισπράξεις του Δημοσίου ακόμη και όταν οι καταναλωτές περιορίζουν τις ποσότητες που αγοράζουν.

Πέρα όμως από την επίδραση των υψηλών τιμών, σημαντική είναι και η συμβολή της αυξημένης οικονομικής δραστηριότητας. Ο τουρισμός αποτελεί έναν από τους βασικούς παράγοντες που ενισχύουν την κατανάλωση και κατ’ επέκταση τα έσοδα από τους έμμεσους φόρους. Οι ταξιδιωτικές εισπράξεις αυξήθηκαν κατά 10,4% το πρώτο επτάμηνο του έτους, εξέλιξη που μεταφράζεται σε υψηλότερη κατανάλωση σε καταλύματα, εστίαση, μεταφορές, λιανεμπόριο και υπηρεσίες και, συνεπώς, σε πρόσθετες εισπράξεις ΦΠΑ.

Στην αύξηση των φορολογικών εσόδων συμβάλλει παράλληλα και η διεύρυνση των ηλεκτρονικών συναλλαγών ενώ στη ίδια κατεύθυνση λειτουργούν και τα μέτρα για τον περιορισμό της φοροδιαφυγής, τα οποία διευρύνουν τη φορολογική βάση και οδηγούν σε υψηλότερες εισπράξεις από φόρους.

Στον αντίποδα, τα έσοδα από τους ΕΦΚ εκτιμώνται στα 7,176 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 283 εκατ. ευρώ έναντι του στόχου, κυρίως λόγω της χαμηλότερης κατανάλωσης ενεργειακών προϊόντων. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται με τη διατήρηση των τιμών της ενέργειας σε υψηλά επίπεδα, καθώς οι υψηλές τιμές λειτουργούν αποτρεπτικά για την κατανάλωση και περιορίζουν τις εισπράξεις από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης.

Τι άμεσους και έμμεσους φόρους θα πληρώσουμε το 2027

Το επόμενο έτος τα φορολογικά έσοδα αναμένεται να ανέλθουν σε 77,878 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,149 δισ. ευρώ ή 2,8% έναντι του 2026. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται πρωτίστως με την αναμενόμενη μεγέθυνση της ελληνικής οικονομίας και την αύξηση της απασχόλησης, των μισθών και των επιχειρηματικών κερδών, όπως αποτυπώνονται στις σχετικές μακροοικονομικές προβλέψεις, παρά τη μείωση των συνολικών καθαρών εσόδων λόγω της ολοκλήρωσης του Ταμείου Ανάκαμψης.

Η μεγαλύτερη κατηγορία φορολογικών εσόδων είναι οι φόροι επί αγαθών και υπηρεσιών, οι οποίοι προβλέπεται να ανέλθουν σε 42,431 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας οριακή αύξηση κατά 179 εκατομμύρια ευρώ ή 0,4%. Ωστόσο τα έσοδα από ΦΠΑ αναμένεται να διαμορφωθούν σε 30,581 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 196 εκατ. ευρώ, λόγω των μειωμένων εσόδων κατά 911 εκατ. ευρώ από την εκτέλεση έργων του ΤΑΑ, συνεπεία της λήξης του προγράμματος καθώς και στο γεγονός ότι το 2026 περιλαμβάνει έκτακτα, μη επαναλαμβανόμενα έσοδα ΦΠΑ από τη σύμβαση παραχώρησης της Εγνατίας Οδού. Αντιθέτως, τα έσοδα από τους ειδικούς φόρους κατανάλωσης προβλέπεται να αυξηθούν κατά 136 εκατ. ευρώ και να φθάσουν τα 7,312 δισ. ευρώ.

Τα έσοδα από φόρους και δασμούς επί εισαγωγών εκτιμάται ότι θα ανέλθουν σε 533 εκατ. ευρώ, αυξημένα κατά 72 εκατ. ευρώ έναντι του 2026. Η αύξηση συνδέεται κυρίως με την εφαρμογή, για ολόκληρο πλέον το έτος, του ενωσιακού τελωνειακού μέτρου που τέθηκε σε ισχύ την 1η Ιουλίου 2026. Το μέτρο προβλέπει την κατάργηση της δασμολογικής απαλλαγής για δέματα χαμηλής αξίας από τρίτες χώρες και την επιβολή κατ’ αποκοπή τέλους τριών ευρώ ανά εισαγόμενο είδος.

Φόροι ακινήτων

Οι τακτικοί φόροι ακίνητης περιουσίας αναμένεται να αποφέρουν 2,365 δισ. ευρώ, μειωμένοι κατά 48 εκατ. ευρώ. Η μεταβολή αυτή οφείλεται στην κατάργηση του ΕΝΦΙΑ για κύριες κατοικίες σε οικισμούς έως 1.500 κατοίκους, καθώς και στην επέκταση της απαλλαγής σε οικισμούς έως 2.000 κατοίκους και έως 2.200 κατοίκους στη Δυτική Μακεδονία. Παράλληλα, οι λοιποί φόροι επί της παραγωγής προβλέπεται να περιοριστούν σε 614 εκατ ευρώ, καταγράφοντας μείωση κατά 147 εκατ. ευρώ, κυρίως λόγω της σταδιακής κατάργησης του τέλους επιτηδεύματος και για τα νομικά πρόσωπα.

Φόροι εισοδήματος

Ιδιαίτερα σημαντική προβλέπεται η ενίσχυση των εσόδων από τον φόρο εισοδήματος, τα οποία αναμένεται να φθάσουν τα 29,376 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά 2,038 δισ. ευρώ ή 7,5%. Ο φόρος εισοδήματος φυσικών προσώπων εκτιμάται σε 16,995 δισ. ευρώ, παρουσιάζοντας αύξηση κατά 620 εκατ. ευρώ, λόγω της ανόδου των μισθών, των συντάξεων και του κατώτατου μισθού, καθώς και της περαιτέρω αποκλιμάκωσης της ανεργίας. Αντίστοιχα, ο φόρος εισοδήματος νομικών προσώπων προβλέπεται να ανέλθει σε 9,844 δισ. ευρώ, αυξημένος κατά 1,302 δισ. ευρώ, ως αποτέλεσμα των υψηλότερων επιχειρηματικών κερδών που θα δηλωθούν το 2027.

Τα έσοδα από φόρους κεφαλαίου εκτιμώνται σε 262 εκατ. ευρώ, παραμένοντας αμετάβλητα σε σχέση με το 2026. Οι λοιποί τρέχοντες φόροι προβλέπεται να διαμορφωθούν σε 2,298 δισ. ευρώ, αυξημένοι κατά 54 εκατ. ευρώ.

ΠΗΓΗ