Δεδουλευμένα του 2007 πληρώνονται το 2026: Μετά από 16 χρόνια απόφαση του Αρείου Πάγου για τους συμβασιούχους του Γενικού Χημείου του Κράτους
Χρειάστηκαν σχεδόν δύο δεκαετίες, αλλεπάλληλες δικαστικές διαμάχες και καθυστέρηση λόγω συνταξιοδότησης δικαστή για να δικαιωθούν έξι συμβασιούχοι του Δημοσίου
Μια δικαστική διαδρομή που διήρκεσε δεκαέξι ολόκληρα χρόνια έφτασε στο τέλος της στο Β2 Πολιτικό Τμήμα του Αρείου Πάγου, φέρνοντας την οριστική δικαίωση σε έξι συμβασιούχους του Γενικού Χημείου του Κράτους. Το ανώτατο ακυρωτικό δικαστήριο απέρριψε την αίτηση αναίρεσης που είχε ασκήσει το Ελληνικό Δημόσιο, σφραγίζοντας την υποχρέωσή του να καταβάλει δεδουλευμένους μισθούς, δώρα και επιδόματα που εκκρεμούσαν από την περίοδο 2007–2009.
Η αφετηρία της υπόθεσης εντοπίζεται στο 2006, όταν οι έξι υπάλληλοι προσλήφθηκαν στη Δ΄ Χημική Υπηρεσία Αθηνών στο πλαίσιο ειδικού προγράμματος απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage) του ΟΑΕΔ. Όπως καταγράφεται στο ιστορικό της δικαστικής απόφασης, οι συμβάσεις τους είχαν αρχική διάρκεια 18 μηνών και στη συνέχεια παρατάθηκαν για ακόμη 12 μήνες.
Παρά τον τυπικό τους χαρακτήρα ως συμβάσεις μαθητείας, οι εργαζόμενοι παρείχαν πλήρη και κανονική εργασία καλύπτοντας οργανικές ανάγκες της υπηρεσίας. Όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στο κείμενο της απόφασης, οι προσφεύγοντες «προσέφεραν τις υπηρεσίες τους ως διοικητικοί υπάλληλοι… απασχολούμενοι όπως και οι μόνιμοι συνάδελφοί τους, ήτοι με το ίδιο ωράριο (7:30′ – 14:30′), από Δευτέρα έως Παρασκευή, τις ίδιες συνθήκες εργασίας και παρεμφερή καθήκοντα». Παράλληλα, το δικαστήριο υπογραμμίζει πως οι συμβαλλόμενοι «δεν είχαν, πραγματικά, προσληφθεί ως ασκούμενοι, ούτε με σκοπό την απόκτηση εργασιακής εμπειρίας, ενώ ψευδεπίγραφα οι συμβάσεις τους ονομάστηκαν συμβάσεις μαθητείας-απόκτησης εργασιακής εμπειρίας (stage)».
Συμβασιούχοι του Γενικού Χημείου Κράτους: Γιατί προσέφυγαν στη Δικαιοσύνη
Μετά τη λήξη της απασχόλησής τους, οι εργαζόμενοι προσέφυγαν στη δικαιοσύνη τον Μάιο του 2010 διεκδικώντας τις μισθολογικές διαφορές σε σχέση με το τακτικό προσωπικό. Η πρωτοβάθμια απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών το 2015 απέρριψε την αγωγή τους, όμως η συνέχεια δόθηκε στο Εφετείο Αθηνών, το οποίο το 2022 ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση.
Το Εφετείο έκρινε ότι, αν και οι συμβάσεις ήταν άκυρες ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου λόγω των συνταγματικών απαγορεύσεων, το Δημόσιο υποχρεούται να καταβάλει τα δεδουλευμένα με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Έτσι, επιδικάστηκαν ποσά που κυμαίνονται από 10.403 έως 13.669 ευρώ στον καθένα, πλέον των νόμιμων τόκων.

Η υπόθεση στον Άρειο Πάγο και η συνταξιοδότηση δικαστή
Το Ελληνικό Δημόσιο προσέφυγε στον Άρειο Πάγο τον Δεκέμβριο του 2022, υποστηρίζοντας ότι δεν όφειλε τα ποσά αυτά εφόσον δεν είχε τη νομική δυνατότητα να προβεί σε μόνιμες προσλήψεις. Η υπόθεση συζητήθηκε τον Μάιο του 2023, αλλά η έκδοση της απόφασης συνάντησε σοβαρή εμπλοκή. Λόγω συνταξιοδότησης του Αρεοπαγίτη που είχε οριστεί ως Εισηγητής, κατέστη αδύνατη η δημοσίευση της απόφασης. Η δικογραφία αφαιρέθηκε με ειδική πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου τον Απρίλιο του 2025 και η υπόθεση οδηγήθηκε σε επανασυζήτηση τον Νοέμβριο του 2025, κατ’ εφαρμογή του άρθρου 307 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.
Με την οριστική απόφαση 663/2026, ο Άρειος Πάγος απέρριψε όλους τους ισχυρισμούς του Δημοσίου. Στο σκεπτικό του το ανώτατο δικαστήριο ξεκαθαρίζει τη νομική υποχρέωση του κράτους όταν χρησιμοποιεί εργασία υπό άκυρη σύμβαση «επί παροχής εργασίας υπό άκυρη για οποιοδήποτε λόγο σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε από την εργασία του μισθωτού».
Επιπλέον, το δικαστήριο υπογράμμισε ότι η ωφέλεια αυτή «συνιστάμενη στην αμοιβή, την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε σε άλλον εργαζόμενο υπό έγκυρη σύμβαση εργασίας με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος» δεν επηρεάζεται από το αν το Δημόσιο είχε ή όχι δυνατότητα νόμιμης πρόσληψης. Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, η ακυρότητα της πρόσληψης «συνιστά απλά τη βασική προϋπόθεση της έλλειψης νόμιμης αιτίας… και δεν συνιστά αιτία αποκλεισμού αυτού που εργάστηκε από την αναζήτηση της ωφέλειας».
Η αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου απορρίφθηκε τελεσίδικα ως αβάσιμη, ενώ το Δημόσιο καταδικάστηκε παράλληλα και στη δικαστική δαπάνη των έξι εργαζομένων, η οποία ορίστηκε συνολικά στο ποσό των 300 ευρώ.