Big Oil: Ο Τραμπ καταγγέλλει «υπερβολικά κέρδη» εν μέσω ιστορικής κερδοφορίας
Οι πετρελαϊκοί κολοσσοί καταγράφουν ρεκόρ εσόδων, ενώ πολιτικές και κοινωνικές αντιδράσεις εντείνονται
Οι μεγαλύτερες πετρελαϊκές εταιρείες του κόσμου βρέθηκαν το δεύτερο τρίμηνο του 2026 μπροστά σε μια πρωτοφανή οικονομική συγκυρία. Η άνοδος των τιμών πετρελαίου και φυσικού αερίου, ως αποτέλεσμα της έντασης μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν, εκτόξευσε τα κέρδη των Exxon Mobil, Chevron, BP, Shell και TotalEnergies στα 48 δισ. δολάρια, ενώ οι ταμειακές ροές άγγιξαν τα 90 δισ. δολάρια. Πρόκειται για επίπεδα υψηλότερα ακόμη και από την περίοδο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022, γεγονός που επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της διαχείρισης των υπερκερδών.
Το ερώτημα που κυριαρχεί πλέον αφορά τον τρόπο αξιοποίησης αυτής της ρευστότητας. Οι εταιρείες καλούνται να αποφασίσουν αν θα επιστρέψουν μέρος των κερδών στους μετόχους, αν θα μειώσουν τον δανεισμό τους ή αν θα επενδύσουν σε νέα παραγωγή και στην ενεργειακή μετάβαση. Παρά τις προσδοκίες, οι κινήσεις τους μέχρι στιγμής δείχνουν ότι προτίμησαν να ενισχύσουν τα διαθέσιμά τους και να περιορίσουν το χρέος, αντί να αυξήσουν θεαματικά τις επενδύσεις ή τις αποδόσεις προς τους μετόχους.
Η συσσώρευση ρευστότητας άνω των 17 δισ. δολαρίων σε ένα μόνο τρίμηνο προκάλεσε αντιδράσεις από περιβαλλοντικές οργανώσεις αλλά και από τον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος κατηγόρησε τις Big Oil ότι «βγάζουν πάρα πολλά χρήματα» και ζήτησε την επιβολή πρόσθετου φόρου στα υπερκέρδη. Η κριτική αυτή ενισχύεται από αναλυτές όπως ο Κλαρκ Γουίλιαμς‑Ντέρι του IEEFA, που επισημαίνει ότι οι εταιρείες επωφελούνται από τις εκρήξεις τιμών χωρίς να αυξάνουν αντίστοιχα τις επενδύσεις τους σε παραγωγή, αξιοποιώντας τις κρίσεις για να ενισχύσουν τους ισολογισμούς τους.
Οι πετρελαϊκοί όμιλοι υποστηρίζουν ότι επικεντρώνονται σε τομείς που μπορούν να ελέγξουν. Η BP δίνει έμφαση στην αξιοπιστία των εγκαταστάσεων και στη βελτιστοποίηση των διυλιστηρίων, ώστε να αυξηθεί η παραγωγή προϊόντων υψηλής ζήτησης. Η Shell χαρακτηρίζει τη μεταβλητότητα των αγορών «νέα κανονικότητα», αναγνωρίζοντας ότι οι υψηλές τιμές ενίσχυσαν σημαντικά τα αποτελέσματά της. Παράλληλα, η στρατηγική αξιοποίησης των κερδών διαφέρει: η BP μειώνει χρέος, ενώ η Shell προχωρά σε εξαγορές, όπως αυτή της ARC Resources έναντι 16,4 δισ. δολαρίων.
Το μέλλον παραμένει αβέβαιο. Μια πιθανή αποκλιμάκωση της έντασης ΗΠΑ‑Ιράν θα μπορούσε να περιορίσει τις τιμές, ενώ οι εταιρείες βρίσκονται αντιμέτωπες με αυξανόμενες πιέσεις για την επιβολή φόρων στα έκτακτα κέρδη και για μεγαλύτερη συμβολή στην αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής. Ήδη η Πορτογαλία έχει εγκρίνει ειδικό φόρο για το 2026, ενώ περιβαλλοντικές οργανώσεις ζητούν ευρύτερη εφαρμογή windfall tax.
Η αμερικανική πετρελαϊκή βιομηχανία αντιδρά έντονα, υποστηρίζοντας ότι η φορολόγηση των υπερκερδών θα πλήξει τελικά τους καταναλωτές και θα αποθαρρύνει τις μακροπρόθεσμες επενδύσεις σε παραγωγή και ενεργειακή ασφάλεια. Το American Petroleum Institute επιμένει ότι οι εταιρείες πρέπει να αξιολογούνται σε βάθος δεκαετιών και όχι βάσει ενός ή δύο τριμήνων, προειδοποιώντας για τις συνέπειες μιας επιθετικής φορολογικής πολιτικής.