Αγορά εργασίας: Το στατιστικό αλαλούμ με τη μερική απασχόληση
Πώς οι διαφορετικές μεθοδολογίες δημιουργούν μια «μαγική εικόνα» για την αγορά εργασίας και τι σημαίνει αυτό για τους εργαζόμενους
Η αποτύπωση της ελληνικής αγοράς εργασίας εξελίσσεται σε έναν πραγματικό στατιστικό γρίφο, με τα επίσημα στοιχεία των φορέων να παρουσιάζουν εντυπωσιακές αποκλίσεις. Το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα αφορά τη μερική απασχόληση: ενώ ο e-ΕΦΚΑ καταγράφει ότι πάνω από ένας στους πέντε μισθωτούς εργάζεται με μειωμένο ωράριο, η ΕΛΣΤΑΤ και η Eurostat εμφανίζουν την Ελλάδα ως χώρα σχεδόν «απρόθυμη» στη μερική εργασία, με ποσοστά κοντά στο 5%. Το χάσμα αυτό δεν είναι απλώς αριθμητικό· αποκαλύπτει μια βαθιά ασυμφωνία στον τρόπο που μετριέται η απασχόληση και, τελικά, στην εικόνα που παρουσιάζεται για την πραγματική κατάσταση των εργαζομένων.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για το 2025, από τα περίπου 4,3 εκατομμύρια εργαζομένων ηλικίας 20-64 ετών, μόλις 220.000 δήλωναν ότι εργάζονται μερικώς ή προσωρινά. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί στο 5,1% του εργατικού δυναμικού, ενώ η Eurostat τοποθετεί την Ελλάδα στην τελευταία θέση της Ε.Ε. με 6,2%, όταν ο ευρωπαϊκός μέσος όρος φτάνει το 17,1%. Η εικόνα αυτή όμως ανατρέπεται πλήρως όταν εξετάζονται τα μητρώα του e-ΕΦΚΑ: περισσότερα από 540.000 άτομα εργάζονται αποκλειστικά με μερική απασχόληση, σε σύνολο 2,7 εκατομμυρίων μισθωτών, ποσοστό που αγγίζει το 20,23%.
Η απόκλιση αυτή οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι οι δύο φορείς μετρούν διαφορετικές ομάδες εργαζομένων. Η ΕΛΣΤΑΤ συμπεριλαμβάνει αυτοαπασχολούμενους, ελεύθερους επαγγελματίες και αγρότες — μια κατηγορία που ξεπερνά το 28% του συνόλου — ενώ ο ΕΦΚΑ καταγράφει μόνο συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας. Παρ’ όλα αυτά, η διαφορά ανάμεσα στους 220.000 μερικώς απασχολούμενους της ΕΛΣΤΑΤ και τους 540.000 του ΕΦΚΑ παραμένει τεράστια, υποδηλώνοντας ότι η δειγματοληπτική έρευνα της ΕΛΣΤΑΤ «χάνει» ένα μεγάλο κομμάτι εργαζομένων που ζουν σε συνθήκες υποαπασχόλησης.
Το στατιστικό αλαλούμ δεν περιορίζεται στη μερική απασχόληση. Αντίστοιχες αποκλίσεις καταγράφονται και στην ανεργία, όπου η ΕΛΣΤΑΤ υπολογίζει τους ανέργους σε περίπου 450.000-500.000 άτομα, ενώ στα μητρώα της ΔΥΠΑ οι εγγεγραμμένοι άνεργοι ξεπερνούν σταθερά τις 850.000. Η διαφορά αυτή εξηγείται από τον ορισμό της Eurostat: όποιος εργάζεται έστω και μία ώρα την εβδομάδα θεωρείται «απασχολούμενος», ακόμη κι αν παραμένει εγγεγραμμένος στη ΔΥΠΑ αναζητώντας κανονική εργασία.
Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά εργασίας που στα χαρτιά εμφανίζεται πιο υγιής απ’ ό,τι στην πραγματικότητα. Οι δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ και της Eurostat παρουσιάζουν μια Ελλάδα με χαμηλή μερική απασχόληση και πτωτική ανεργία, ενώ τα διοικητικά δεδομένα του ΕΦΚΑ και της ΔΥΠΑ αποκαλύπτουν ότι η ευέλικτη, χαμηλόμισθη και συχνά υποαμειβόμενη εργασία αφορά εκατοντάδες χιλιάδες περισσότερους πολίτες.