Ελληνικές επιχειρήσεις: 3 στις 4 αξιολογούν πλέον τη βιωσιμότητα των προμηθευτών
Η εφαρμογή της Οδηγίας CSRD έχει μεταμορφώσει τον τρόπο με τον οποίο οι μεγάλες επιχειρήσεις παρουσιάζουν τις επιδόσεις βιωσιμότητας. Η νέα πραγματικότητα δεν περιορίζεται πλέον στις δικές τους εγκαταστάσεις ή στους εργαζομένους τους· επεκτείνεται σε ολόκληρη την αλυσίδα αξίας, από τους προμηθευτές πρώτων υλών έως τους συνεργάτες και τους υπεργολάβους. Η πρόσφατη μελέτη «Ανάλυση των Εκθέσεων CSRD Ελληνικών Εταιρειών: 2ο Έτος Εφαρμογής» για το οικονομικό έτος 2025 αποτυπώνει μια αγορά που προσαρμόζεται, αλλά με διαφορετικές ταχύτητες.
Σύμφωνα με τα στοιχεία, 38 από τις 52 μεγάλες ελληνικές επιχειρήσεις – περίπου το 73% – δηλώνουν ότι έχουν ενσωματώσει διαδικασία αξιολόγησης της βιωσιμότητας των προμηθευτών τους. Ωστόσο, 14 επιχειρήσεις (27%) δεν γνωστοποιούν αντίστοιχες πρακτικές, αναδεικνύοντας ένα σημαντικό κενό στην εφαρμογή των νέων ευρωπαϊκών απαιτήσεων. Η εικόνα αυτή δείχνει ότι, παρότι η αγορά κινείται προς την κατεύθυνση της πλήρους συμμόρφωσης, η ωριμότητα των διαδικασιών δεν είναι ομοιόμορφη.
Η ενίσχυση της διαφάνειας στην αλυσίδα αξίας δεν αποτελεί απλή τυπική υποχρέωση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επισημαίνει ότι πολλές από τις σημαντικότερες περιβαλλοντικές και κοινωνικές επιπτώσεις μιας επιχείρησης εντοπίζονται στους προμηθευτές της, ιδιαίτερα στα πρώτα στάδια της παραγωγής. Γι’ αυτό και τα Ευρωπαϊκά Πρότυπα Αναφοράς Βιωσιμότητας (ESRS) διατηρούν την απαίτηση για αξιολόγηση κινδύνων και επιπτώσεων σε όλο το φάσμα δραστηριοτήτων, παρά τη μείωση των υποχρεωτικών γνωστοποιήσεων.
Η ελληνική εικόνα ευθυγραμμίζεται με τις διεθνείς τάσεις. Το OECD Responsible Business Outlook 2026 δείχνει ότι περίπου οι μισές μεγάλες επιχειρήσεις παγκοσμίως χρησιμοποιούν περιβαλλοντικά ή κοινωνικά κριτήρια στην επιλογή προμηθευτών, αλλά λιγότερες από δύο στις δέκα αξιολογούν συστηματικά τους κινδύνους βιωσιμότητας. Η μετάβαση από τις πολιτικές στις ουσιαστικές διαδικασίες παραμένει πρόκληση, τόσο διεθνώς όσο και στην Ελλάδα.
Η σύνδεση της εταιρικής αναφοράς βιωσιμότητας με τη διαδικασία δέουσας επιμέλειας (due diligence) αποτελεί πλέον βασικό στόχο της ΕΕ. Οι επιχειρήσεις καλούνται να αποδεικνύουν ότι οι πληροφορίες που δημοσιεύουν στις εκθέσεις τους αντανακλούν πραγματικές πρακτικές διαχείρισης κινδύνων στην αλυσίδα δραστηριοτήτων τους. Η νέα εποχή της εταιρικής διαφάνειας απαιτεί συνεχή παρακολούθηση, αξιολόγηση και συνεργασία με τους προμηθευτές, ώστε η βιωσιμότητα να μην αποτελεί απλώς μια πολιτική, αλλά μια καθημερινή επιχειρησιακή πρακτική.