Πώς το κράτος αυξάνει τα έσοδά του από το νέο ράλι στις τιμές του πετρελαίου
Η επιμονή στους υψηλούς φόρους, η επιβάρυνση των νοικοκυριών και οι διεθνείς πιέσεις στις αγορές ενέργειας
Το νέο άλμα στις διεθνείς τιμές του πετρελαίου επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της φορολογικής επιβάρυνσης στα καύσιμα, την ώρα που η βενζίνη και το πετρέλαιο κίνησης κινούνται ξανά κοντά στα δύο ευρώ το λίτρο. Παρά την αυξημένη πίεση στα νοικοκυριά, η κυβέρνηση εξακολουθεί να στηρίζεται στα υψηλά έσοδα από τον Ειδικό Φόρο Κατανάλωσης και τον ΦΠΑ, απορρίπτοντας το ενδεχόμενο προσωρινής μείωσης των έμμεσων φόρων που θα μπορούσε να οδηγήσει σε άμεση αποκλιμάκωση των τιμών.
Αντί για μια οριζόντια παρέμβαση που θα ανακούφιζε άμεσα καταναλωτές, μεταφορές και επιχειρήσεις, εξετάζεται εκ νέου η λύση της επιδότησης στο πετρέλαιο κίνησης. Πρόκειται για μέτρο περιορισμένης εμβέλειας, το οποίο αφήνει ανέπαφο τον βασικό μηχανισμό ακρίβειας: τη βαριά φορολογία στην αντλία. Η Ελλάδα παραμένει σταθερά ανάμεσα στις χώρες της ΕΕ με τους υψηλότερους φόρους στα καύσιμα, με τον ΕΦΚ στη βενζίνη να φτάνει τα 0,70 ευρώ ανά λίτρο και τον ΦΠΑ να επιβάλλεται επιπλέον επί του φόρου, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο το τελικό κόστος για τον καταναλωτή.
Την ίδια στιγμή, η διεθνής αγορά πετρελαίου παρουσιάζει έντονη αστάθεια. Το Brent κινείται κοντά στα 96 δολάρια το βαρέλι, με αναλυτές να μην αποκλείουν υπέρβαση των 100 δολαρίων, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις σε κρίσιμα θαλάσσια περάσματα προκαλούν ανησυχία για πιθανές διαταραχές στις μεταφορές. Η άνοδος του πετρελαίου επηρεάζει άμεσα την παραγωγή, τις μεταφορές και τον τουρισμό, ενώ ενισχύει τις πληθωριστικές πιέσεις στην οικονομία. Αξιοσημείωτο είναι ότι το πετρέλαιο κίνησης κινείται πλέον σε επίπεδα αντίστοιχα ή και υψηλότερα από την αμόλυβδη, γεγονός που επιβαρύνει ιδιαίτερα τον κλάδο των εμπορευματικών μεταφορών και τη γεωργία.
Η φορολογική δομή στα καύσιμα δημιουργεί σημαντικές ασυμμετρίες. Όταν οι διεθνείς τιμές ανεβαίνουν, η επιβάρυνση μεταφέρεται άμεσα στον καταναλωτή και ενισχύεται από τον ΦΠΑ. Όταν οι τιμές πέφτουν, η μείωση στην αντλία είναι περιορισμένη, καθώς ο ΕΦΚ παραμένει σταθερός και αποτελεί μεγάλο μέρος της τελικής τιμής. Τα δημοσιονομικά έσοδα από αυτή τη δομή είναι τεράστια: για το 2026 προβλέπονται πάνω από 2 δισ. ευρώ από τον ΕΦΚ στη βενζίνη και περίπου 1,5 δισ. ευρώ από τον ΕΦΚ στο πετρέλαιο κίνησης, ενώ ο ΦΠΑ που επιβάλλεται επί των φόρων εκτιμάται σε περισσότερα από 1,7 δισ. ευρώ.
Παράλληλα, η χώρα εξακολουθεί να υστερεί σε καινοτομία και ανταγωνιστικότητα, με τις επενδύσεις σε έρευνα και ανάπτυξη να βρίσκονται πολύ κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ. Η περιορισμένη πρόσβαση σε επιχειρηματικά κεφάλαια, η γραφειοκρατία, η φορολογική αστάθεια και η αργή απονομή δικαιοσύνης λειτουργούν αποτρεπτικά για νέες επενδύσεις. Η αδύναμη σύνδεση πανεπιστημίων και αγοράς, η φυγή εξειδικευμένων νέων στο εξωτερικό και η εξάρτηση της οικονομίας από κλάδους χαμηλής προστιθέμενης αξίας επιτείνουν τις διαρθρωτικές αδυναμίες.
Η εικόνα αυτή αναδεικνύει την ανάγκη για σταθερό θεσμικό πλαίσιο, ενίσχυση της επιχειρηματικότητας και αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων, ώστε η χώρα να μπορέσει να ανταποκριθεί στις προκλήσεις της ενεργειακής ακρίβειας και να ενισχύσει την ανταγωνιστικότητά της.