Γιατί κάποιoυς ανθρώπους δεν τους τσιμπούν σχεδόν ποτέ τα κουνούπια
Ο ρόλος του διοξειδίου του άνθρακα, της θερμοκρασίας του σώματος και της μοναδικής μας μυρωδιάς.
Δεν αντιδρούν όλα τα κουνούπια στους ανθρώπους με τον ίδιο τρόπο. Σε μια παρέα, μπορεί κάποιος να δέχεται συνεχώς τσιμπήματα, ενώ άλλος να παραμένει σχεδόν «αόρατος». Η επιστήμη δείχνει ότι αυτή η διαφορά δεν είναι τυχαία, αλλά αποτέλεσμα ενός συνδυασμού παραγόντων που καθορίζουν πόσο ελκυστικός είναι κάθε άνθρωπος για τα έντομα.
Τα θηλυκά κουνούπια, που χρειάζονται τις πρωτεΐνες του αίματος για την ανάπτυξη των αυγών τους, χρησιμοποιούν πολλαπλά αισθητήρια για να εντοπίσουν τον στόχο τους. Αντιλαμβάνονται την αναπνοή, τη θερμότητα και τις χημικές ουσίες που απελευθερώνει το ανθρώπινο σώμα. Το διοξείδιο του άνθρακα αποτελεί έναν από τους ισχυρότερους «οδηγούς» τους. Όσο περισσότερη ποσότητα εκπνέει κάποιος, τόσο πιο εύκολα εντοπίζεται. Γι’ αυτό οι ενήλικες και τα άτομα με μεγαλύτερη σωματική μάζα συχνά προσελκύουν περισσότερα κουνούπια.
Η φυσική δραστηριότητα αυξάνει επίσης την έλξη. Μετά την άσκηση, η αναπνοή γίνεται πιο έντονη, η θερμοκρασία του σώματος ανεβαίνει και ο ιδρώτας δημιουργεί νέες μυρωδιές που τραβούν τα κουνούπια. Παρόμοια, κατά την εγκυμοσύνη αυξάνεται η θερμότητα και η παραγωγή διοξειδίου του άνθρακα, κάνοντας ορισμένες γυναίκες πιο ευάλωτες στα τσιμπήματα.
Όταν το κουνούπι πλησιάσει, η όσφρηση γίνεται καθοριστική. Η μυρωδιά του ανθρώπινου σώματος δεν προέρχεται μόνο από τον ιδρώτα, αλλά και από τα βακτήρια που ζουν φυσιολογικά στο δέρμα. Αυτοί οι μικροοργανισμοί διασπούν ουσίες του ιδρώτα και δημιουργούν ένα μοναδικό μείγμα πτητικών ενώσεων. Μελέτες δείχνουν ότι ορισμένα καρβοξυλικά οξέα κάνουν κάποιους ανθρώπους ιδιαίτερα ελκυστικούς για τα κουνούπια, ενώ η σύνθεση των μικροβίων του δέρματος μπορεί να ενισχύσει ή να μειώσει αυτή την έλξη.
Υπάρχουν ενδείξεις ότι η προδιάθεση αυτή έχει και γενετική βάση. Έρευνες σε διδύμους δείχνουν ότι η κληρονομικότητα επηρεάζει τη σύσταση της μυρωδιάς του σώματος και, κατά συνέπεια, την πιθανότητα προσέλκυσης κουνουπιών.
Η εικόνα στο δέρμα δεν αποκαλύπτει πάντα τον πραγματικό αριθμό των τσιμπημάτων. Κάποιοι εμφανίζουν έντονο πρήξιμο και φαγούρα ακόμη και από λίγα τσιμπήματα, ενώ άλλοι μπορεί να έχουν δεχθεί πολλά χωρίς εμφανή σημάδια. Η αντίδραση αυτή σχετίζεται με το ανοσοποιητικό σύστημα και συγκεκριμένα γονίδια που επηρεάζουν τις αλλεργικές αντιδράσεις.
Παρά τους διαδεδομένους μύθους, όπως ότι το σκόρδο ή η βιταμίνη Β απωθούν τα κουνούπια, δεν υπάρχουν ισχυρές επιστημονικές αποδείξεις που να στηρίζουν αυτές τις θεωρίες. Οι ειδικοί προτείνουν εντομοαπωθητικά με δραστικές ουσίες όπως η πικαριδίνη και το PMD, καθώς και καλυπτικά ρούχα όταν υπάρχει αυξημένη έκθεση. Η προστασία πρέπει να ανανεώνεται, ειδικά μετά από ιδρώτα ή πολύωρη παραμονή σε εξωτερικούς χώρους.
Ακόμη και όσοι δεν εμφανίζουν εύκολα σημάδια δεν σημαίνει ότι δεν τσιμπιούνται· απλώς μπορεί να μην παρουσιάζουν έντονη δερματική αντίδραση.