Στα νύχια των funds με ασπίδα Στουρνάρα και βούλα Λεπενιώτη…
Ο διοικητής της ΤτΕ απαντώντας σε εξώδικο καλύπτει τις πρακτικές των servicers, που αλωνίζουν μετά την απόφαση του Αρειου Πάγου που υπερψήφισε και η συνταξιούχος δικαστικός.
Από τη μία οι πλειστηριασμοί κατοικιών που θεριεύουν. Από την άλλη οι καταχρηστικές πρακτικές των servicers τύπου Intrum, doValue, Cepal που εξυπηρετούν σκοτεινά funds τα οποία αγόρασαν «κόκκινα» δάνεια ύψους άνω των 90 δισ. ευρώ με την εγγύηση του ελληνικού δημοσίου. Σε όλα αυτά έχει προστεθεί η άγρα ψήφου του Αλέξη Τσίπρα που θέλει, με όχημα την ΕΛΑΣ, να επανακάμψει στην κεντρική πολιτική σκηνή.
Ολα αυτά έχοντας στο πλευρό του τη συνταξιούχο ανώτατη δικαστικό Μαρία Λεπενιώτη, η οποία διά της θετικής ψήφου της στην απόφαση 1/2023 της ολομέλείας του Αρειου Πάγου νομιμοποίησε τις καταχρηστικές πρακτικές και κατ’ ουσίαν συνέβαλε στη «σκύλευση» της περιουσίας των «κόκκινων» δανειοληπτών. Ας μην ξεχνάμε ότι επί πρωθυπουργίας Τσίπρα το 2015 με τον νόμο 4354 άνοιξε η κερκόπορτα για την αγορά των «κόκκινων» δανείων.
Είναι ο πρωθυπουργός που «έχτισε» τη βάση ώστε funds να αγοράζουν «κόκκινα» δάνεια και να αναθέτουν σε servicers να προβαίνουν σε εισπράξεις και σε πλειστηριασμούς. Μετά ήρθε ο Κυριάκος Μητσοτάκης που με τα σχέδια «Ηρακλής 1, 2, 3 και 4» έδωσε εγγυήσεις του ελληνικού δημοσίου ύψους άνω των 20 δισ. ευρώ για να αλώσει την κοινωνία προσφέροντας αντί πινακίου φακής στα funds τη δυνατότητα αγοράς από τις τράπεζες των «κόκκινων» δανείων (αγορά αυτών των δανείων στο 3-15% της αξίας τους).
Το εξώδικο
Ολα αυτά αναδύθηκαν ξανά στη δημοσιότητα αφού ο Γιάννης Στουρνάρας με την ιδιότητα του διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος χρησιμοποιεί τη θέση του για να ορθώσει ασπίδα προστασίας σε τράπεζες, funds και servicers. Είναι ένα εξώδικο 190 σελίδων που του επιδόθηκε στις 24 του περασμένου Ιουνίου καλώντας τον να απαντήσει σε μια σειρά θεμάτων που ανοίγουν εκ νέου τον ασκό του Αιόλου.

Από την πλευρά του ο Γ. Στουρνάρας με την απάντηση στις 7 Ιουλίου κατ’ ουσίαν ορθώνει ασπίδα προστασίας στις καταχρηστικές πρακτικές. Κρύβεται πίσω από γενική επίκληση του άρθρου 54 του ν. 4261/2014 (επαγγελματικό απόρρητο) για να κρύψει τις εγκληματικές παραλείψεις των οργάνων της Τράπεζας της Ελλάδος που αφορούν στην εποπτεία.
Fast track ανατροπή
Είναι πάλι σαν να ζούμε τις ημέρες του φθινοπώρου του 2022, όταν έγινε γνωστή η απόφαση 822/2022 του Α2 Τμήματος του Αρειου Πάγου (εκδόθηκε τυπικά στις 12 Μαΐου 2022). Η απόφαση έκρινε ότι, όταν ένα «κόκκινο» δάνειο έχει μεταβιβαστεί σε fund μέσω του νόμου 3156/2003 (τιτλοποίηση απαιτήσεων), η εταιρεία διαχείρισης (servicer) δεν έχει ενεργητική νομιμοποίηση να προβαίνει σε κατασχέσεις και πλειστηριασμούς. Αμεσα τότε το σύστημα κινητοποιήθηκε. Από την κυβέρνηση Μητσοτάκη διέρρεε ότι απειλείται η ευστάθεια της οικονομίας. Τελικά μπροστά στο πολιτικό κόστος υιοθετήθηκε η γραμμή της ανατροπής της απόφασης από την ολομέλεια του Αρειου Πάγου. Με διαδικασίες fast track, έξω από κάθε πρακτική της… αργόσυρτης ελληνικής Δικαιοσύνης, μέσα σε τρεις τέσσερις μήνες ανέτρεψε το προφανές που είχε αποφανθεί το Α2 Τμήμα.
Το ίδιο ακριβώς σκηνικό στήθηκε και όταν τον περασμένο Φεβρουάριο οι ανώτατοι δικαστές αποφάσισαν ότι ο υπολογισμός των τόκων στις ρυθμίσεις του νόμου Κατσέλη έπρεπε να γίνεται επί της μηνιαίας δόσης και όχι επί του συνόλου της οφειλής, όπως τόσα χρόνια έπρατταν οι τράπεζες αποκομίζοντας τοκογλυφικούς τόκους. Η απόφαση αυτή δημοσιεύτηκε τελικά τον περασμένο Μάιο. Ηταν η απόφαση 6/2026 της ολομέλειας του Αρειου Πάγου.
«Διεκδικούμε την ισορροπία: από τη μια η προστασία των πολιτών και από την άλλη η ευστάθεια του συστήματος και η προστασία του δημοσίου συμφέροντος» είχε δηλώσει τότε ο υπουργός Εθνικής Οικονομίας Κυριάκος Πιερρακάκης ενώ –προς προστασία των όρνεων που επιτίθενται στην περιουσία των δανειοληπτών– ο Γ. Στουρνάρας είχε δηλώσει: «Δεν είναι καθαρή απόφαση. Τουλάχιστον επιδέχεται πολλών αναγνώσεων. Αρα πρέπει να δούμε ακριβώς πώς θα λυθεί αυτό το πρόβλημα, διότι αυτήν τη στιγμή διαφορετικά το διαβάζουν οι μεν, διαφορετικά το διαβάζουν οι δε. Πρέπει να λυθεί το θέμα αυτό». Είναι προφανές ότι ο διοικητής της ΤτΕ με κάθε αφορμή αποκαλύπτει τον σκοτεινό ρόλο του στις τοκογλυφικές πρακτικές του τριγώνου τράπεζες – funds – servicers.
Δυστοπικό σκηνικό
Η απάντηση είχε έρθει από τον δικηγόρο που παραστάθηκε για λογαριασμό του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών (ΔΣΑ) στη δίκη, τον Δημήτριο Λυρίτση: «Αλήθεια, πού ήταν η αγωνία για ισορροπία όταν οι δανειολήπτες πρόσφατα ηττήθηκαν στην ολομέλεια του Αρειου Πάγου για τη νομιμοποίηση των funds και των servicers να διενεργούν πλειστηριασμούς με βάση τον νόμο του 2003 για τις τιτλοποιήσεις; Πού ήταν τότε η “χρυσή τομή”; Τότε η κυβέρνηση στάθηκε αταλάντευτα στην πλευρά των funds».
Υπό το βάρος των αντιδράσεων τελικά η κυβέρνηση Μητσοτάκη με ρύθμισή της προέβλεψε τον αναδρομικό συμψηφισμό μόνο για όσους διαθέτουν ενεργή ρύθμιση. Οι υπόλοιποι, όσοι δηλαδή είχαν αποπληρώσει τη ρύθμιση που επέβαλε ο νόμος Κατσέλη ή είχαν χάσει κάποια στιγμή τη ρύθμιση λόγω μη καταβολής δόσεων (περίπου 100.000 δανειολήπτες) με το πρόσχημα της νομικής αβεβαιότητας, δόθηκαν από την κυβέρνηση Μητσοτάκη βορά στα ληστρικά και τοκογλυφικά επιτόκια που είχαν επιβάλει οι τράπεζες.
Σε όλο αυτό το δυστοπικό σκηνικό ο Αλ. Τσίπρας δήλωσε παρών ώστε να υφαρπάξει ψήφους. Στις 20 Ιουνίου δημοσιοποίησε την πρόταση του ώστε να διασφαλιστεί, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, ένα αξιοπρεπές επίπεδο ζωής για τον ευάλωτο οφειλέτη και μετά να υπολογιστεί τι πραγματικά μπορεί αυτός να πληρώσει. Αν σας θυμίζει την εποχή που θα έσκιζε τα μνημόνια ώστε κατόπιν να φέρει το δικό του μνημόνιο, δεν σας απατά η μνήμη σας.

Η απόφαση-όνειδος του Αρειου Πάγου
Στο Σύνταγμα υπάρχει το άρθρο 26. Είναι το άρθρο που θεσπίζει τη διάκριση των εξουσιών. Είναι η θεμελιώδης συνταγματική αρχή που κατανέμει την κρατική εξουσία σε τρεις διακριτούς κλάδους: νομοθετική, δικαστική, εκτελεστική. Αυτή η έννοια υφίσταται και στα βιβλία της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης για τα στοιχεία του δημοκρατικού πολιτεύματος. Ομως είναι μια έννοια που εν τοις πράγμασι και διά της ψήφου της η ταχθείσα στο πλευρό του Αλ. Τσίπρα Μαρία Λεπενιώτη αγνοεί. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί η θετική ψήφος της στην απόφαση 3/2023 της ολομέλειας του Αρειου Πάγου υπέρ των funds και των servicers; Ας δούμε τα πράγματα με τη σειρά. Με τη με αριθ. 822/2022 απόφαση το Τμήμα Α2 του Αρειου Πάγου αποφάνθηκε ότι τα funds που είχαν αγοράσει «κόκκινα» δάνεια μέσω του νόμου 3156/2003 (Ηρακλής) δεν μπορούν να εκπροσωπούνται από τους servicers (Intrum, doValue, Cepal κ.ά.) με βάση τον νόμο 4354/2015 που με ειδική διάταξη (άρθρο 2 παρ. 4) παρείχε αυτήν τη δυνατότητα.
Κατ’ ουσίαν ο Αρειος Πάγος – και υπό την πίεση της αστάθειας του συστήματος και με τη θετική ψήφο της Μ. Λεπενιώτη– ανέτρεψε την απόφαση και κατέληξε σε αποτέλεσμα το οποίο ο νομοθέτης δεν είχε προβλέψει ρητά. Οπως από τα πρώτα μαθήματα σε νομικές σχολές μαθαίνει ο φοιτητής, όταν ο νομοθέτης θέλει να απονείμει εξαιρετική νομιμοποίηση, το κάνει ρητά. Κατά συνέπεια, η επέκταση της νομιμοποίησης των servicers και στις τιτλοποιήσεις του ν. 3156/2003 μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά δικαστική δημιουργία δικαίου και όχι ερμηνεία του νόμου. Αρα οι δικαστές του Αρειου Πάγου, συμπεριλαμβανομένης της Μ. Λεπενιώτη, «τρύπησαν» τη διάκριση των εξουσιών για να εξυπηρετήσουν τα αισχρά συμφέροντα του τραπεζικού συστήματος σε βάρος της κοινωνίας.
Ανδρέας Παππάς: Ποιος αγόρασε τα δάνεια και ποιος εποπτεύει τους εποπτευόμενους
Με εξώδικη δήλωση-καταγγελία προς τον διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος και κοινοποίηση σε 17 εθνικούς και ευρωπαϊκούς θεσμούς και αρχές, τέσσερις φορείς πολιτών, καταναλωτών και επαγγελματιών θέτουν ένα θεμελιώδες ζήτημα δημόσιου συμφέροντος: Ποιος αγόρασε πραγματικά τα «κόκκινα» δάνεια, ποιο τίμημα κατέβαλε, ποιος ανέλαβε τον οικονομικό κίνδυνο, ποιος εισπράττει τις ανακτήσεις και ποιος ωφελείται τελικά από τους πλειστηριασμούς;

Η καταγγελία αφορά τον μηχανισμό μέσω του οποίου δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ μη εξυπηρετούμενων δανείων εμφανίστηκαν ως μεταβιβασμένα σε αλλοδαπά οχήματα ειδικού σκοπού, τιτλοποιήθηκαν, τέθηκαν υπό τη διαχείριση servicers και συνδέθηκαν με κρατικές εγγυήσεις του προγράμματος «Ηρακλής». Οι υπογράφοντες ζητούν να αποδειχθεί εάν υπάρχουν αυθεντικές συμβάσεις πώλησης, πραγματική καταβολή τιμήματος, αντίστοιχα τραπεζικά και λογιστικά παραστατικά και ουσιαστική μεταφορά κινδύνου ή εάν πίσω από τις σύνθετες εταιρικές δομές παρέμειναν κρίσιμα οικονομικά συμφέροντα, δικαιώματα και δυνατότητες ελέγχου των ίδιων των τραπεζών.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποδίδεται στις τριγωνικές και αλληλοτροφοδοτούμενες σχέσεις τραπεζών, funds ή SPVs και servicers, αλλά και στη σύνδεσή τους με τις εταιρείες ακινήτων REOCo. Οι τράπεζες εμφανίζονται ως πωλήτριες των απαιτήσεων και ενδέχεται να εξακολουθούν να κατέχουν τις εγγυημένες senior ομολογίες· τα αλλοδαπά οχήματα εμφανίζονται ως αγοραστές και δικαιούχοι· οι servicers διαχειρίζονται τις απαιτήσεις, αποφασίζουν ρυθμίσεις και επισπεύδουν αναγκαστικές εκτελέσεις, ενώ συνδεδεμένες REOCo δύνανται να συμμετέχουν στους πλειστηριασμούς και να αποκτούν τα εκπλειστηριαζόμενα ακίνητα. Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν πρόκειται για πραγματικά ανεξάρτητους φορείς ή για έναν οικονομικά και πληροφοριακά διασυνδεδεμένο μηχανισμό, μέσα στον οποίο ο ίδιος κύκλος συμφερόντων μπορεί να ελέγχει τη μεταβίβαση, τη διαχείριση, την εκτέλεση και τελικά την απόκτηση της περιουσίας.
Το εξώδικο συνοδεύεται από 26 αποδεικτικά έγγραφα –συμβάσεις και περιλήψεις μεταβιβάσεων, πληρεξούσια, οικονομικές καταστάσεις, εταιρικά στοιχεία αλλοδαπών SPVs, δικαστικές αποφάσεις και δεδομένα εταιρειών ακινήτων– και ζητεί συγκεκριμένες αποδείξεις: συμβάσεις, καταβολές τιμημάτων, λογιστικές εγγραφές, στοιχεία κατόχων ομολογιών, εποπτικές αξιολογήσεις, εκθέσεις μεταφοράς κινδύνου, στοιχεία ενεργοποίησης κρατικών εγγυήσεων και πλήρη διαδρομή των εισπράξεων.
Η απάντηση της Τράπεζας της Ελλάδος όμως είναι αποκαλυπτική κυρίως για όσα αποφεύγει. Δεν απαντά ούτε στο απλούστερο και απολύτως ελέγξιμο ερώτημα: Κατατέθηκαν στην ΤτΕ εντός της νόμιμης προθεσμίας των δέκα ημερών τα αντίγραφα των συμβάσεων ανάθεσης διαχείρισης, όπως προέβλεπε ο ν. 4354/2015; Δεν διευκρινίζει πότε παραλήφθηκαν, αν ήταν πλήρεις, αν ελέγχθηκαν, αν εντοπίστηκαν παραβάσεις και ποια μέτρα ελήφθησαν. Αντί να απαντήσει για την τήρηση του τότε ισχύοντος νόμου, η ΤτΕ μεταφέρει τη συζήτηση στον μεταγενέστερο ν. 5072/2023 και διακηρύσσει ότι ασκεί «συνεχή και προληπτική εποπτεία». Δεν προσδιορίζει όμως ποια συγκεκριμένη πράξη εποπτείας διενήργησε, με ποιο αποτέλεσμα και βάσει ποιας διάταξης ελέγχει σήμερα τις επίμαχες συμβάσεις, τις συγκρούσεις συμφερόντων και τις καταγγελλόμενες διασυνδέσεις μεταξύ τραπεζών, funds, servicers και REOCo. Η εποπτεία εμφανίζεται ως θεσμικός τίτλος, όχι ως αποδεικτικά ελέγξιμη πράξη.
Οταν ζητήθηκαν συγκεκριμένα έγγραφα και απαντήσεις, η ΤτΕ ύψωσε το τείχος του «υπηρεσιακού – επαγγελματικού απορρήτου». Δεν ζητήθηκε όμως η αποκάλυψη εμπορικών μυστικών. Ζητήθηκε να βεβαιωθεί εάν τηρήθηκε ο νόμος. Η νομιμότητα δεν μπορεί να χαρακτηρίζεται απόρρητη. Το ζήτημα δεν αφορά μόνο τράπεζες, funds και servicers. Αφορά χιλιάδες κατοικίες και επιχειρήσεις, την ιδιωτική και δημόσια περιουσία, κρατικές εγγυήσεις δισεκατομμυρίων και τη στοιχειώδη θεσμική λογοδοσία: Ποιος αγόρασε; Ποιος πλήρωσε; Ποιος ανέλαβε τον κίνδυνο; Ποιος απέκτησε τα ακίνητα; Ποιος κέρδισε και ποιος φέρει την ευθύνη;
Οταν η εποπτική αρχή κρατά απόρρητο ακόμη και το αν άσκησε την εποπτεία της, δεν έχουμε εποπτεία με λογοδοσία. Εχουμε εξουσία πίσω από κλειστές πόρτες.