Η εκδίκηση του Κόκκινου Δανειολήπτη

Η εκδίκηση του Κόκκινου Δανειολήπτη
73 / 100 SEO Score

Η εκδίκηση του Κόκκινου Δανειολήπτη

Από τον ηθικό κίνδυνο της διαγραφής των σημερινών οφειλών στην ανήθικη ανάγκη της δημιουργίας νέων για να μην καταρρεύσει η συστημική σταθερότητα

Γράφει ο Κυριάκος Τόμπρας
Οικονομολόγος – Διδάκτωρ Οικονομικού Πανεπιστημίου Salerno
Πρόεδρος ΥΠΕΡΒΑΣΗ

Η εκδίκηση του Κόκκινου Δανειολήπτη

Η ελληνική οικονομία έχει ήδη ζήσει, κατά την τελευταία πληθωριστική περίοδο, έναν μηχανισμό έμμεσης εσωτερικής υποτίμησης, όχι πλέον μέσω άμεσων ονομαστικών περικοπών μισθών και συντάξεων, όπως συνέβη στα μνημονιακά χρόνια, αλλά μέσω της ταχύτερης αύξησης των τιμών σε σχέση με την αύξηση των ονομαστικών εισοδημάτων, με αποτέλεσμα ο πολίτης να εμφανίζεται λογιστικά ως καλύτερα αμειβόμενος, ενώ στην πράξη να μειώνεται καθημερινά η αγοραστική του δύναμη. Έτσι, ο πληθωρισμός αναδείχθηκε σε στρατηγικό συστημικό εργαλείο για την μείωση της πραγματικής αξίας των εισοδημάτων, χωρίς το πολιτικό κόστος μιας ρητής και άμεσης περικοπής, ιδίως όταν το διψήφιο άλμα του συγκεντρώθηκε στις ανελαστικές δαπάνες των νοικοκυριών, όπως η στέγαση, τα τρόφιμα, η ενέργεια, κλπ, δηλαδή σε δαπάνες που δεν μπορούν εύκολα να αναβληθούν, να υποκατασταθούν ή να περιοριστούν χωρίς την ευθεία και αδιαμφισβήτητη μείωση του βιοτικού επιπέδου.

Στον αντίποδα, σε ένα περιβάλλον αποπληθωρισμού, ο αντίστροφος μηχανισμός δεν μπορεί να λειτουργήσει συμμετρικά, επειδή, αν οι τιμές αρχίσουν να μειώνονται ενώ οι ονομαστικοί μισθοί και οι συντάξεις παραμένουν σταθεροί ή αυξάνονται, η πραγματική αγοραστική δύναμη θα αυξηθεί μεν για τον πολίτη, αλλά το μισθολογικό κόστος, οι δαπάνες του Δημοσίου και οι ονομαστικές υποχρεώσεις του κράτους θα παραμείνουν αμετακίνητες, την ίδια στιγμή που οι ονομαστικοί κύκλοι εργασιών, τα φορολογικά έσοδα και η ονομαστική βάση εξυπηρέτησης του χρέους θα πιέζονται.

Σε αυτό ακριβώς το σημείο εισέρχονται η τεχνητή νοημοσύνη και η ρομποτική, όχι ως τεχνολογική μόδα αλλά ως πιθανός μακροοικονομικός καταλύτης, αφού η BIS αναλύει την AI ως μόνιμο θετικό σοκ παραγωγικότητας που μπορεί να αυξήσει την παραγωγή, την κατανάλωση και τις επενδύσεις, ενώ η επίδρασή της στον πληθωρισμό εξαρτάται από το αν η αύξηση της προσφοράς θα προηγηθεί ή θα συνοδευθεί από επαρκή αύξηση της ζήτησης. Στην πιο απλουστευμένη αλλά πολιτικά εκρηκτική εκδοχή του ίδιου συλλογισμού, ο Elon Musk υποστηρίζει ότι η AI και η ρομποτική μπορούν να παράγουν αγαθά και υπηρεσίες σε ποσότητες που θα υπερβαίνουν την αύξηση της προσφοράς χρήματος, άρα η διανομή πρόσθετου εισοδήματος υπό την μορφή κρατικών επιδομάτων στους πολίτες ή η πιστωτική επέκταση δεν θα οδηγούσαν αναγκαστικά σε πληθωρισμό, αφου, σε κάθε περίπτωση, η πραγματική παραγωγή θα αυξάνονταν ταχύτερα από την δημιουργία νέου χρήματος και τη νομισματική κυκλοφορία.

Αν ο προσανατολισμός των δυτικών οικονομιών και, ιδιαίτερα, της Ευρωζώνης, δεν ήταν τόσο έντονα νομισματοκεντρικός, δηλαδή αν η οικονομική πολιτική δεν υπαγορευόταν από τις κεντρικές τράπεζες και τη νομισματική τους πολιτική και, έτσι, αν δεν οργανωνόταν πρωτίστως υπό το δόγμα της περίπου θεοποίησης του νομίσματος και, έτσι, την σταθερότητα των τιμών, την βιωσιμότητα του χρέους και την δημοσιονομική πειθαρχία, ο τεχνολογικός αποπληθωρισμός θα μπορούσε να θεωρηθεί λιγότερο απειλητικός από τον πληθωρισμό, αφού η πτώση των τιμών λόγω της αύξησης της παραγωγικότητας, εφόσον συνοδευόταν από δίκαιη και επαρκή αναδιανομή, δημόσια επένδυση και εισοδηματική στήριξη, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως αύξηση της πραγματικής ευημερίας της κοινωνίας των πολιτών και όχι ως κρίση.

Η Ευρωζώνη, όμως, δεν υπακούει σε μια τέτοια αρχιτεκτονική, επειδή είναι μια νομισματική ένωση όπου η νομισματική πολιτική είναι κεντρικοποιημένη, τα κράτη-μέλη δεν διαθέτουν νομισματική και οικονομική κυριαρχία και η ΕΚΤ έχει ως πυρήνα της στρατηγικής της τη σταθερότητα των τιμών με μεσοπρόθεσμο στόχο ετήσιου πληθωρισμού 2%, ακριβώς επειδή θέλει, περισσότερο από τον υπερβολικό πληθωρισμό, να ξορκίσει τον κίνδυνο του αποπληθωρισμού, ο οποίος υπονομεύει τη νομισματική πολιτική όταν τα επιτόκια πλησιάζουν τα κατώτατα όριά τους.

Η εκδίκηση του Κόκκινου Δανειολήπτη

Στην πραγματικότητα, αυτό που δεν ομολογείται ποτέ από την Ευρώπη των Τραπεζών είναι ότι, στην Ευρωζώνη, όχι μόνον απαγορεύεται ρητά ο αποπληθωρισμός, αλλά, αντιθέτως, επιδιώκεται στρατηγικά η συνεχής, ελεγχόμενη αύξηση του πληθωρισμού, ακόμη και σε περιόδους όπως η σημερινή, κατά την οποία έχει προηγηθεί ράλι τιμών με διψήφιο πληθωρισμό ακόμη και στα είδη πρώτης ανάγκης.

Αυτό, άλλωστε, εξηγεί τον λόγο για τον οποίο, αντί για την πάση θυσία μείωση των τιμών της απληστίας και της κερδοσκοπίας που διαμορφώθηκαν κατά την πανδημία και τους πολέμους της Ουκρανίας και του Ιράν, η Ευρώπη των Τραπεζών επέλεξε να τροφοδοτήσει τις εθνικές οικονομίες των κρατών-μελών με περαιτέρω πληθωρισμό, προτείνοντας στις εθνικές κυβερνήσεις να προχωρήσουν σε αυξήσεις μισθών. Με την επιλογή αυτή να υποκρύπτει τον κρυφό στρατηγικό πόθο Βρυξελλών και Βερολίνου να εξοντώσουν τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις, τις οποίες συρρικνώνει σε καθημερινή βάση, προς όφελος των μεγάλων ομίλων, η αύξηση του μισθολογικού κόστους.

Ο αποπληθωρισμός, λοιπόν, είναι το μεγάλο φάντασμα της Ευρωζώνης.

Όχι επειδή κάθε πτώση τιμών είναι από μόνη της καταστροφική, αλλά επειδή σε ένα σύστημα δομημένο στα σαθρά θεμέλια του χρέους, των φόρων, των πληθωριστικών κύκλων εργασιών και της κοινωνικής ψευδαίσθησης του ονομαστικού μόνον ΑΕΠ, η στρατηγική πτώση των τιμών μειώνει την ονομαστική οικονομία και το ΑΕΠ που την αντικατοπτρίζει, ενώ τα δημόσια και τα ιδιωτικά χρέη παραμένουν στα σταθερά πληθωριστικά μεγέθη της προηγούμενης περιόδου, με αποτέλεσμα να αυξάνεται το πραγματικό τους βάρος και να απειλείται η δημοσιονομική και τραπεζική ισορροπία, δηλαδή αυτό που ονομάζεται συστημική σταθερότητα. Άλλωστε, είναι η ίδια η ΕΚΤ που ορίζει τον αποπληθωρισμό ως γενικευμένη και διαρκή πτώση τιμών με αρνητικές επιπτώσεις στην οικονομική ανάπτυξη, ενώ αναγνωρίζει ότι ακόμη και παρατεταμένες περίοδοι πολύ χαμηλού θετικού πληθωρισμού μπορούν να απαιτούν πολιτική αντίδραση.

Με λίγα λόγια, ούτε ένας ελεγχόμενος, χαμηλός πληθωρισμός, μικρότερος του 2%, είναι αποδεκτός από την σημερινή Ευρώπη των Τραπεζών, στην οποία, η εικονική πραγματικότητα της ψευδεπίγραφης ευημερίας των αριθμών προηγείται της ρεαλιστικής πραγματικότητας που αποτυπώνεται από την σκληρή αλήθεια της καθημερινότητας των νοικοκυριών και των επιχειρήσεων.

Στο πλαίσιο αυτό, η ελληνική πραγματικότητα είναι ακόμη σκληρότερη από την αντίστοιχη της υπόλοιπης Ευρωζώνης, επειδή η αναμενόμενη μείωση τιμών λόγω AI και ρομποτικής δεν θα συναντήσει έναν καταναλωτή που θα αντιδράσει αυτόματα αυξάνοντας την κατανάλωση, αλλά, αντιθέτως, θα βρει απέναντί της έναν καταναλωτή που έχει προηγουμένως υποστεί την πολυετή διάβρωση της αγοραστικής του δύναμης, έχει εξαντλήσει αποταμιεύσεις, έχει συμπιέσει ανελαστικές δαπάνες, έχει αναβάλει αγορές και έχει μάθει να αντιμετωπίζει κάθε μείωση κόστους, όχι ως πρόσκληση για νέα κατανάλωση, αλλά ως ευκαιρία εισοδηματικής ανακούφισης, απομόχλευσης, εξόφλησης καθυστερήσεων και ρυθμίσεων ή ακόμη και απλής άμυνας απέναντι στην επόμενη κρίση.

Το φαινόμενο αυτό δεν είναι άγνωστο, αφού όπως επισημαίνει ακόμη και στην ιστοσελίδα της η ΕΤΕ, η νέα οικονομική τάση είναι αντεστραμμένη και ακούει στον αγγλικό όρο «Revenge Saving» που σε απλά ελληνικά αποδίδεται στο 100% με τον όρο «Εκδικητική Αποταμίευση».

Αντί να ξοδεύεις για να πάρεις πίσω τον χρόνο, αποταμιεύεις για να πάρεις πίσω τον έλεγχο, αφού η 15ετής πλέον οικονομική κρίση και η αβεβαιότητα για το μέλλον είναι το μόνο trend που βγάζει σήμερα νόημα. Έτσι, η «Εκδικητική Αποταμίευση» είναι η αντίδραση της σημερινής κοινωνίας στην οικονομική αβεβαιότητα. Λιγότερα έξοδα και περισσότερη αποταμίευση με σκοπό την απομόχλευση και την θωράκιση από μελλοντικές κρίσεις, πέρα από την δημιουργία μίας ελάχιστης αποταμίευσης για μία ώρα ανάγκης. Σε αντίθεση με την κλασική αποταμίευση που βασίζεται σε μακροπρόθεσμους στόχους, το «Revenge Saving»  γίνεται κυρίως για συναισθηματικούς λόγους, χωρίς δηλαδή να αντικατοπτρίζει ορθολογικές οικονομικές αποφάσεις, αλλά ως μια, ακόμη και αψυχολόγητη συναισθηματική αντίδραση στα συσσωρευμένα τραύματα της μακροχρόνιας οικονομικής κρίσης.

Έτσι, σε αντίθεση με το κλασικό υπόδειγμα όπου η πτώση των τιμών αυξάνει την πραγματική αγοραστική δύναμη και άρα μπορεί να τονώσει τη ζήτηση, στην Ελλάδα είναι πιθανό να εμφανιστεί ένας μηχανισμός στρατηγικής «αντικατανάλωσης», όπου το μέσο νοικοκυριό, ακριβώς επειδή έχει καεί από τον πληθωρισμό της κερδοσκοπίας και της απληστίας, δεν θα μετατρέψει το όφελος των χαμηλότερων τιμών σε πρόσθετη καταναλωτική δαπάνη, αλλά θα το χρησιμοποιήσει για να μπαλώσει παλιές τρύπες, να μειώσει χρέη, να πληρώσει ρυθμίσεις, να δημιουργήσει αποταμίευση ασφαλείας ή απλά να καταφέρει να ζήσει λιγότερο πιεσμένο.

Το δεύτερο και ακόμη πιο κρίσιμο ελληνικό χαρακτηριστικό είναι ότι, ακόμη και αν τα νοικοκυριά ήθελαν να αυξήσουν την κατανάλωσή τους, ένα τεράστιο μέρος τους δεν θα μπορούσε να το κάνει μέσω τραπεζικής χρηματοδότησης, διότι, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία του ΔΝΤ, που επιβεβαιώνουν όλα όσα λέμε και γράφουμε από το 2016, οι servicers σήμερα διαχειρίζονται περίπου 2,9 εκατομμύρια μη εξυπηρετούμενα δάνεια που αφορούν περίπου 2,4 εκατομμύρια δανειολήπτες, δηλαδή περίπου το 37,5% των ενηλίκων με τουλάχιστον έναν τραπεζικό λογαριασμό, γεγονός που συνιστά σοβαρό περιορισμό για τη λιανική τραπεζική χρηματοδότηση και την όποια στρατηγική επιλογή της νομισματικής πολιτικής για πιστωτική επέκταση.

Σε οικονομικούς και όχι απλώς στατιστικούς όρους, αυτό σημαίνει ότι σχεδόν το 50% του παραγωγικού και καταναλωτικού ιστού της χώρας δεν είναι bankable και επηρεάζεται άμεσα ή έμμεσα από τον αποκλεισμό της πρόσβασης ακόμη σε μια υποτυπώδη τραπεζική κανονικότητα.

Ο κόκκινος δανειολήπτης δεν είναι μόνον ο ίδιος οφειλέτης, αλλά η κατάστασή του αυτή επηρεάζει ευθέως το νοικοκυριό και την επιχείρησή του και, έτσι, κατ’ αντανάκλαση, τον/την σύντροφο και τα παιδιά του, τους προμηθευτές, τους εργαζόμενους και το σύνολο των φυσικών και νομικών προσώπων που επηρεάζονται από τις οικονομικές συναλλαγές του, επειδή η τραπεζική και, κυρίως, η πιστοληπτική του αξιολόγηση και ταυτότητα παραμένει τραυματισμένη. Η ίδια λογική ισχύει και για τις επιχειρήσεις, ιδίως για τις μικρές και μεσαίες, διότι σε μια οικονομία όπου το ιδιωτικό χρέος προς χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, φορολογικές αρχές και ασφαλιστικά ταμεία παραμένει εξαιρετικά υψηλό, η μείωση του κόστους παραγωγής και διάθεσης, αντί να μετατραπεί αυτομάτως σε νέο επενδυτικό κύκλο, θα λειτουργήσει πρωτίστως ως κίνητρο αποταμίευσης και απομόχλευσης, δηλαδή ως προσπάθεια εξυπηρέτησης ρυθμίσεων προς τράπεζες, δημόσιο, ασφαλιστικά ταμεία, servicers και προμηθευτές. Άλλωστε, το ΙΟΒΕ, επιβεβαιώνει σήμερα τις προβλέψεις μας στην «ΥΠΕΡΒΑΣΗ» από το 2022, καταγράφοντας το συνολικό ιδιωτικό χρέος στα 407,6 δισ. ευρώ στο 3ο τρίμηνο του 2025 και τις ληξιπρόθεσμες οφειλές στα 235,6 δισ. ευρώ, δηλαδή 58% του συνολικού ιδιωτικού χρέους.

Έτσι, λοιπόν, στην Ελλάδα, η αναμενόμενη μείωση των τιμών λόγω AI και ρομποτικής, αντί για έκρηξη κατανάλωσης και επενδύσεων, είναι πιθανότερο να οδηγήσει σε άμυνα και απομόχλευση νοικοκυριών και επιχειρήσεων, δηλαδή σε «Εκδικητική Αποταμίευση».

Με κύρια προτεραιότητα την εξόφληση καθυστερήσεων και ρυθμίσεων, τον περιορισμό και την αναβολή νέων δαπανών, που θα έχει ως αποτέλεσμα να μειωθούν οι ονομαστικοί κύκλοι εργασιών, να πιεστούν τα έσοδα από ΦΠΑ, φόρους εισοδήματος και εισφορές, να ανοίξει δημοσιονομικό κενό και να καταστεί δυσκολότερη η εξυπηρέτηση δημόσιου και ιδιωτικού χρέους μέσα σε μια οικονομία που θα μπορεί μεν να παράγει περισσότερα προϊόντα και υπηρεσίες, αλλά θα τιμολογεί και θα εισπράττει λιγότερα έσοδα και φόρους.

Το αντίδοτο σε μια τέτοια, πρωτόγνωρη πανδημία «εκδικητικής αποταμίευσης» μπορεί να είναι μόνον η επιδοτούμενη χορήγηση νέου χρήματος, κρατικού η τραπεζικού, στα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Είτε υπό την μορφή επιδομάτων και επιδοτήσεων, κατά την πρόταση Elon Musk για τις ΗΠΑ, είτε υπό την μορφή αντισυμβατικής και εκτός κανονιστικού πλαισίου χορήγησης νέου τραπεζικού δανεισμού, όπως θα μπορούσε να γίνει στην Ευρωζώνη, που ενώ μισεί το δημόσιο χρέος, αγαπάει ιδιαίτερα το ιδιωτικό, ενώ γνωρίζει ότι αυτό, στις περισσότερες των περιπτώσεων, καταλήγει να μετατρέπεται σε δημόσιο, μέσα από τα καρουζέλ των αέναων τραπεζικών διασώσεων με δημόσιους χρηματοδοτικούς πόρους.

Η εκδίκηση του Κόκκινου Δανειολήπτη

Στην περίπτωση, λοιπόν αυτή, η αναγκαστική υιοθέτηση μιας τέτοιας, αντισυμβατικής νομισματικής πολιτικής αντιστάθμισης του αποπληθωρισμού, με την ενίσχυση του πληθωρισμού μέσα από την αύξηση της νομισματικής κυκλοφορίας που θα μπορούσε να επιφέρει η στρατηγική, μαζική και εκτός κανόνων πιστωτική επέκταση, δεν θα φέρει την επιστροφή στον παλαιάς κοπής υπερδανεισμό, δηλαδή στο κλασσικό μοντέλο της αναιτιώδους πιστωτικής κάρτας και του προσωπικού-καταναλωτικού δανείου, χωρίς συγκεκριμένο παραγωγικό ή συναλλακτικό προορισμό, αλλά ένα νέο σχήμα στοχευμένης πληθωριστικής πιστωτικής πολιτικής, όπου η δημιουργία του νέου τραπεζικού χρήματος θα συνδέεται αποκλειστικά με συγκεκριμένες μόνο πραγματικές αγορές προϊόντων και υπηρεσιών και με συγκεκριμένες επενδύσεις, με μετρήσιμες ταμειακές ροές και εξασφαλισμένο φορολογικό αποτύπωμα.

Η έννοια του νέου τραπεζικού χρήματος είναι κρίσιμη, διότι, όπως αναφέρει από το 2014 η Bank of England, επιβεβαιώνοντας όλα όσα λέμε και γράφουμε για το χρήμα εδώ και 20 σχεδόν χρόνια, το μεγαλύτερο μέρος του χρήματος στη σύγχρονη οικονομία (95%) δημιουργείται από την χορήγηση των δανείων από τις εμπορικές τράπεζες, καθόσον, στην σύγχρονη οικονομία του fiat money, ήτοι του παραστατικού χρήματος, οι τράπεζες δεν λειτουργούν ως πωλητές του χρήματος των καταθέσεων, αφού, όπως έχω κουραστεί να επαναλαμβάνω, το μόνο χρήμα που δεν δανείζουν οι τράπεζες στους δανειολήπτες είναι αυτό των καταθέσεων πελατείας.

Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που καθιστά βλακώδες το επιχείρημα, ότι, οι κόκκινοι δανειολήπτες έχουν δήθεν «ληστέψει» τα χρήματα των καταθετών και ότι δήθεν οι τράπεζες αδυνατούν να εξυπηρετήσουν την απόδοση των καταθέσεων στους δικαιούχους τους, επειδή την ρευστότητα του τραπεζικού συστήματος την έχουν δήθεν «φάει» οι κόκκινοι δανειολήπτες.

Με την αλήθεια να είναι διαμετρικά αντίθετη, αφού, ακόμη και αν τα δάνεια ήταν όλα ενήμερα στο 100%, το ελληνικό τραπεζικό σύστημα – και σε μεγάλο βαθμό και το υπόλοιπο της Ευρωζώνης – θα λειτουργούσε με μία συνολική ρευστότητα κάτω του 10% έναντι του συνόλου των καταθέσεων που θα έπρεπε να εξυπηρετήσει. Αυτό είναι, άλλωστε, το ένοχο μυστικό του σύγχρονου τραπεζικού συστήματος, στο οποίο, αντί το χρήμα των καταθέσεων να δημιουργεί δάνεια, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο, αφού είναι η χορήγηση δανείων που δημιουργεί νέο χρήμα καταθέσεων και το σύστημα καταρρέει ακριβώς την στιγμή που οι εμπορικές τράπεζες έχουν εξαντλήσει τους ελάχιστου δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας και ρευστότητας και, έτσι, οι εποπτικές αρχές τους απαγορεύουν να δημιουργούν νέο χρήμα μέσα από την λειτουργία της παροχής δανείων σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Άλλωστε, μέχρι το 2015, ακόμη και οι ελάχιστοι δείκτες ρευστών διαθεσίμων για το τραπεζικό σύστημα ολόκληρης της Ευρωζώνης, ήταν καθορισμένοι από την ΕΚΤ και, στην Ελλάδα, με ΠΔ/ΤΕ, κατ’ ανώτατο, μόλις στο 20%. Δηλαδή ήταν η ίδια η εποπτεία της Ευρώπης των Τραπεζών που επέτρεπε σε όλες ανεξαιρέτως τις εμπορικές τράπεζες της Ευρωζώνης να λειτουργούν έχοντας διαθέσιμη ρευστότητα μόλις στο 20% του συνόλου των υποχρεώσεών τους και, έτσι, συνυπολογιζομένων και των λοιπών υποχρεώσεων, να διαθέτουν εν τέλει στα ενεργητικά τους ρευστά διαθέσιμα για την εξυπηρέτηση των καταθέσεων της πελατείας τους λιγότερα από το 10% του συνόλου των καταθέσεων στα παθητικά τους. Άλλωστε, είναι κοινό μυστικό ότι οι ελληνικές τράπεζες μέχρι το 2015 λειτουργούσαν με πραγματικό δείκτη ρευστών διαθεσίμων μεταξύ 2%-5%, δηλαδή ακόμη και 4-10 φορές χαμηλότερο από αυτόν της ελάχιστης και προδήλως ανεπαρκούς κανονιστικής τους υποχρέωσης του 20%.

Καθίσταται, λοιπόν αυτονόητο, ότι, σε μια οικονομία όπου η υφιστάμενη ζήτηση δεν επαρκεί για να απορροφήσει την αυξανόμενη παραγωγή, η πιστωτική επέκταση δεν είναι απλώς τραπεζική λειτουργία, αλλά ο αναγκαίος μηχανισμός αντιμετώπισης του αποπληθωρισμού, με την δημιουργία νέου, πληθωριστικού χρήματος και, έτσι, πρόσθετης αγοραστικής δύναμης για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις.

Η πρώτη βαθμίδα αυτής της νέας αρχιτεκτονικής μπορεί να είναι οι μικροπιστώσεις, όχι επειδή από μόνες τους μπορούν να σηκώσουν το βάρος της οικονομίας, αλλά επειδή απευθύνονται σε αυτοαπασχολούμενους, μικρές επιχειρήσεις και αποκλεισμένους επαγγελματίες που δεν έχουν πρόσβαση στον κλασικό τραπεζικό δανεισμό, με το ελληνικό Microcredit Fund να προβλέπει δάνεια από 3.000 έως 25.000 ευρώ, με διάρκεια 12 έως 96 μηνών, δηλαδή ένα πλαίσιο μικρής αλλά ουσιαστικής πιστωτικής επανένταξης.

Η δεύτερη βαθμίδα θα είναι αναγκαστικά η καταναλωτική πίστη συναλλαγής, δηλαδή η πίστωση που δεν δίνεται ως ελεύθερο χρήμα στον δανειολήπτη αλλά ενεργοποιείται μόνο κατά την αγορά προϊόντων ή υπηρεσιών, με τη χρηματοδότηση να καταλήγει απευθείας στον έμπορο ή στον πάροχο υπηρεσιών, όπως συμβαίνει στα σχήματα Buy Now, Pay Later, όπου ο καταναλωτής αγοράζει με δόσεις, η πλατφόρμα ή ο χρηματοδότης πληρώνει τον έμπορο και αναλαμβάνει τον πιστωτικό κίνδυνο, ενώ ο καταναλωτής αποπληρώνει σταδιακά. Αυτή η μορφή πίστωσης έχει τεράστια σημασία σε αντι-αποπληθωριστικό περιβάλλον, διότι μετατρέπει το νέο χρήμα απευθείας σε τζίρο, ΦΠΑ, φόρο εισοδήματος και δηλωμένη συναλλαγή, αντί να αφήνει τον καταναλωτή να το κρατήσει αδρανές ή να το χρησιμοποιήσει αποκλειστικά για απομόχλευση ή για εκδικητική αποταμίευση.

Η τρίτη βαθμίδα μπορεί να είναι η ενσωματωμένη χρηματοδότηση και η πίστωση βάσει δεδομένων, δηλαδή η χρηματοδότηση που προσφέρεται μέσα από εμπορικές πλατφόρμες, POS, ηλεκτρονικά καταστήματα, εφαρμογές πληρωμών, παρόχους ενέργειας, τηλεπικοινωνιών, υγείας, εκπαίδευσης και κατοικίας, με αξιολόγηση όχι μόνο του παλαιού τραπεζικού ιστορικού, το οποίο στην Ελλάδα είναι μαζικά τραυματισμένο, αλλά και των πραγματικών ροών του πολίτη ή της επιχείρησης, όπως εισπράξεις, πληρωμές, τιμολόγια, φορολογική συνέπεια, μισθοδοσία και σταθερότητα συναλλαγών, κάτι που συνδέεται με την ευρωπαϊκή κατεύθυνση του open finance και της ασφαλούς πρόσβασης σε χρηματοοικονομικά δεδομένα με έλεγχο του πελάτη.

Για τις επιχειρήσεις, η αντίστοιχη μετάβαση δεν θα είναι απλώς η αύξηση των κλασικών δανείων κεφαλαίου κίνησης, αλλά η ενίσχυση μορφών χρηματοδότησης που δένονται με τιμολόγια, απαιτήσεις, παραγγελίες, πάγια, εξοπλισμό και συγκεκριμένες εμπορικές ροές, όπως factoring, reverse factoring, leasing, hire purchase, vendor finance και asset-based lending, ώστε η επιχείρηση να αποκτά ρευστότητα επειδή έχει πραγματική συναλλαγή, πραγματικό πελάτη ή πραγματικό πάγιο, όχι απλώς επειδή ζητά νέο δανεισμό πάνω σε έναν ήδη μοχλευμένο ισολογισμό.

Η πιο σημαντική όμως μορφή επιχειρηματικής πίστωσης σε περιβάλλον τεχνολογικής μετάβασης θα είναι η εντατικοποίηση του project finance, δηλαδή της χρηματοδότησης ειδικών έργων με βάση τις ίδιες τις ταμειακές ροές του έργου και όχι αποκλειστικά τον γενικό ισολογισμό της επιχείρησης, αφού, σύμφωνα με την Παγκόσμια Τράπεζα, στο project finance τα δάνεια περιορισμένης ή μη αναγωγής χορηγούνται σε ειδικό φορέα έργου και οι δανειστές βασίζονται κυρίως στα μελλοντικά έσοδα και στα περιουσιακά στοιχεία του έργου. Αυτό σημαίνει ότι μια ελληνική επιχείρηση με δύσκολο παρελθόν αλλά βιώσιμο σχέδιο σε ενέργεια, logistics, αγροδιατροφή, τουρισμό, βιομηχανική αυτοματοποίηση, ρομποτική παραγωγή ή ψηφιακές υποδομές, κλπ. δεν θα πρέπει να αποκλείεται επειδή ο ισολογισμός είναι προβληματικός, εφόσον το ίδιο το έργο θα μπορεί να είναι βιώσιμο και να παράγει επαρκείς μελλοντικές ταμειακές ροές.

Σε αυτό το πλαίσιο μπορούν να ενταχθούν και τα σχήματα blended finance, δηλαδή συνδυασμοί δημόσιων και ιδιωτικών πόρων, τραπεζικών δανείων, κρατικών ή ευρωπαϊκών εγγυήσεων, επιδοτούμενων επιτοκίων, crowdfunding, venture debt και χρηματοδότησης από μελλοντικά έσοδα, με κοινό χαρακτηριστικό ότι η πίστωση παύει να είναι απλή μεταφορά ρευστότητας προς έναν δανειολήπτη και γίνεται μηχανισμός ονομαστικής ζήτησης, παραγωγικού μετασχηματισμού και φορολογικά ορατής συναλλαγής.

Η τελική συνέπεια είναι ότι η διαγραφή των μη βιώσιμων παλαιών οφειλών και η παράλληλη και σχεδόν ταυτόχρονη δημιουργία νέων μορφών πίστωσης δεν συνιστούν αντίθετες πολιτικές, όπως εσφαλμένα διαδίδεται σήμερα από τους ανήθικους οπαδούς του ηθικού κινδύνου, που συνήθως είναι οι ίδιοι οι κορυφαίοι στρατηγικοί κακοπληρωτές και μπαταχτσήδες της χώρας, αλλά δύο στάδια του ίδιου μηχανισμού, διότι πρώτα πρέπει να καθαριστεί το υφιστάμενο νεκρό χρέος, που κρατά εκτός αγοράς εκατομμύρια νοικοκυριά και επιχειρήσεις και μόνον ύστερα να δημιουργηθεί νέο, ζωντανό, συναλλακτικά δεσμευμένο και παραγωγικά κατευθυνόμενο, νέο ιδιωτικό, τραπεζικό χρέος, το οποίο δεν θα αναπαράγει την παλαιά φούσκα, αλλά θα στηρίζει κατανάλωση, τζίρους, ΦΠΑ, φορολογητέα κέρδη, επενδύσεις και τελικά τη δυνατότητα εξυπηρέτησης του δημόσιου χρέους, που στο σημερινό περιβάλλον της δημοσιονομικής εξυγίανσης και των πλεονασμάτων του προϋπολογισμού, συνεχίζει να διογκώνεται πρωτίστως από το κόστος των τραπεζικών διασώσεων.

Αυτή θα είναι, με ψυχρούς οικονομικούς όρους, η «Εκδίκηση του Κόκκινου Δανειολήπτη». Εκείνου που κατάφερε να αμυνθεί και να επιβιώσει στα 15 σχεδόν χρόνια της επικήρυξής του από το ελληνικό τραπεζικό και πολιτικό σύστημα και που θα καταφέρει στο τέλος να πετύχει την συναλλακτική του αποκατάσταση, την ηθική του δικαίωση και την μετατροπή του, από λογιστικό κατάλοιπο της προηγούμενης κρίσης, σε αναγκαίο κακό της επόμενης νομισματικής και δημοσιονομικής ισορροπίας.

Μιας νέας, πρωτόγνωρης κατάστασης για τον χρηματοπιστωτικό καθωσπρεπισμό της Ευρωζώνης και, ακόμη περισσότερο, της τραπεζικά συντηρητικής Ελλάδας, όπου το σύστημα, για να αποφύγει την αποπληθωριστική συρρίκνωση των τζίρων, των φορολογικών εσόδων και της πιστωτικής κυκλοφορίας, θα χρειαστεί πρώτα να διαγράψει το μεγαλύτερο μέρος του παλιού και ήδη αποσβεσμένου από τις κρατικές διασώσεις τραπεζικού χρέους και ύστερα να δημιουργήσει νέο, ζωντανό χρήμα, μέσω μιας στοχευμένης αυτή την φορά πιστωτικής επέκτασης.

YNEWS 28062026 protoselido

ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΙΑΒΑΣΕΤΕ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗΝ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

Και κάπως έτσι, για να μην καταρρεύσει η συστημική σταθερότητα, ο μύθος του ηθικού κινδύνου από την διαγραφή των σημερινών τραπεζικών οφειλών, θα προσγειωθεί ανώμαλα στην σκληρή πραγματικότητα της ανήθικης ανάγκης δημιουργίας νέων.

Με λίγα λόγια, είναι μπροστά μας οι μέρες που οι ίδιες οι τράπεζες που αποκήρυξαν τους κόκκινους δανειολήπτες από το 2010, θα τους παρακαλούν να τους διαγράψουν τα παλιά υπόλοιπα δανείων και πιστωτικών καρτών και να τους χορηγήσουν νέο δανειακό χρήμα, επιβεβαιώνοντας για μια ακόμη φορά αυτό που λέμε από την πρώτη μέρα που ιδρύσαμε την «ΥΠΕΡΒΑΣΗ», ότι ο χρόνος λειτουργεί υπέρ του δανειολήπτη. Θυμηθείτε οι παλιότεροι το Νίκο Στραβελάκη, που από το κεντρικό δελτίο ειδήσεων του «MEGA» καλούσε το 2014 τους Εισαγγελείς να με συλλάβουν, επειδή, από το πάλκο του θεάτρου «ΑΚΑΔΗΜΟΣ», στις καθημερινές σχεδόν συγκεντρώσεις εκατοντάδων δανειοληπτών, διακήρυττα και διεκδικούσα το αίτημα του κουρέματος των δανείων μας. Τότε, το 2014, η λέξη «κούρεμα» ήταν ποινικοποιημένη σε ότι αφορούσε τις τραπεζικές οφειλές. Σήμερα όμως, 12 χρόνια μετά, όχι μόνο αποτελεί την κανονικότητα της διαχείρισης του ιδιωτικού χρέους, αλλά έχει περαιτέρω νομοθετηθεί από την επίσημη Πολιτεία και νομολογηθεί από όλες τις βαθμίδες της Δικαιοσύνης. Έτσι, λοιπόν και, μάλιστα, πολύ συντομότερα από την τραπεζική αποποινικοποίηση του κουρέματος των κόκκινων δανείων, προβλέπω ότι θα νομοθετηθεί και θα νομολογηθεί ακόμη και η «Εκδίκηση του Κόκκινου Δανειολήπτη». Και συνήθως, στις προβλέψεις μου αυτές, δεν πέφτω έξω…..